ΑΧΑΡΙΣΤΟΙ ΚΑΙ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ

 

 

“Εάν δεν σταματήσει η αχαριστία, δεν θα σταματήσει και το κατρακύλισμα της κοινωνίας μας”

“Ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν, οι δε εννέα που;”.

Ράγισε η καρδιά του Χριστού σαν είδε δέκα άνδρες να υποφέρουν τη λέπρα, κουφάρια απόκληρα μιας “καθαρής” κοινωνίας, ξένα απ’ ανθρώπινη θαλπωρή και συναντίληψη.

Ράγισε η καρδιά του μπροστά απ’τη φωνή της απόγνωσης: “Ιησού επιστάτα ελέησον ημάς”. Κι άπλωσε τα χέρια και τους καθάρισε με το λόγο και μόνον.

Κι ανέμενε ένα “ευχαριστώ”, μια κουβέντα ευγνωμοσύνης. Μα απ’ τους δέκα ο ένας επιστρέφοντας “έπεσεν επί πρόσωπον παρά τους πόδας αυτού ευχαριστών αυτόν”. Κι αυτός ήταν ξένος, αλλογενής Σαμαρείτης, που ως γνωστόν, δεν έλεγαν ούτε καλημέρα στους Εβραίους. Κι ο Σαμαρείτης αυτός ενσαρκώνει μια απ’ τις πιο μεγάλες και τόσο λησμονημένες στις μέρες μας αρετές: την ευχαριστία και την ευγνωμοσύνη.

 

Οι άλλοι εννέα επέδειξαν μία συμπεριφορά απ’ τις πιο συνηθισμένες στην εποχή μας και πάντοτε: την αχαριστία και την αγνωμοσύνη. Κι ο Χριστός στιγματίζει δριμύτερα τους εννέα και λέει στο Σαμαρείτη: “Αναστάς πορεύσου. Η πίστης σου σέσωκέ σε”.

 

Ξεχείλισε τότε το παράπονο του Ιησού και το δάκρυ του πότισε τις κοιλάδες του θείου προσώπου. Κι απ’τα βάθη της Αρχιερατικής Του υπόστασης ξεπήδησε φοβερός ο λογισμός: “Ω γενεά άπιστος και διεστραμμένη. Έως πότε έσομαι μεθ’υμών, έως πότε ανέξομαι υμών”.

 

Ο Χριστός για να δείξει το χαώδες της αχαριστίας είπε: “Έσεσθαι Υιον Υψίστου, ότι Χριστός εστίν επί πονηρούς κι αχαρίστους”. Κατέταξε δηλαδή τον αχάριστο, μεταξύ των πονηρών και των πανούργων, που προξενούν με λόγια και μ’ έργα, πόνους και μάλιστα προς τους Ευεργέτες τους.

 

Δυστυχώς στην εποχή μας, οι ευεργετηθέντες στέκονται ψυχροί κι αδιάφοροι απέναντι στον Ευεργέτη τους. Κυριευμένοι από τον παχυλό υλισμό, δεν τον σκέπτονται καθόλου. Η αν τον σκεφθούν, υψώνουν με θράσος το ανάστημά τους, άλλοτε για να ξεράσουν τους αφρούς της άρνησης κι άλλοτε για να βλασφημήσουν χυδαία τ’όνομά του.

 

Η συνείδηση όλων των λαών, χαρακτηρίζει την αχαριστία ως βαρύ αμάρτημα και τον αχάριστο, όταν μάλιστα συνεχίζει την αχαριστία ή κακουργεί ή βλάπτει τον ευεργέτη του, ως πρόσωπο βλεδυρό κι αποτρόπαιο. Κι ευλόγως, γιατί η ευγνωμοσύνη προς τους ευεργέτες είναι στοιχειώδες, φυσικό συναίσθημα, το οποίο αποτύπωσε ο Θεός ακόμη και στα κτήνη και στα θηρία. Ο αχάριστος, υποβαθμίζει τον εαυτό του ως προς τούτο και κάτω απ’ τα κτήνη.

Δεν υπάρχει πιο επαχθές έγκλημα, αμάρτημα βαρύτατο απ’ την αχαριστία.  Ο αχάριστος είναι η προσωποποίηση της αμαρτίας”.

Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί η αχαριστία, δεν είναι ποινικό αδίκημα. Γιατί δεν τιμωρείται παραδειγματικά και οι αχάριστοι να ξεχωρίζουν ανάμεσα στους άλλους. Να μπορείς να τους βλέπεις και να λες «μακριά ρε». Ναι, μακριά.

 

Γιατί ο φονιάς, μπορεί να βρέθηκε εν βρασμώ ψυχής ή ακόμα και να μετανιώσει, να αλλάξει. Ο κλέφτης, μπορεί να έγινε κλέφτης από ανάγκη και να πάψει να είναι κλέφτης, να βρει το δρόμο του. Ο μοιχός, ο ψεύτης, ο απατεώνας, όλοι αυτοί, έχουν μια ελπίδα να αλλάξουν. Να κοιταχτούν στον καθρέφτη και να πουν «τι κάνεις» και να αλλάξουν ρώτα.

 

Ο αχάριστος όμως, είναι εγκληματίας που δεν σωφρονίζεται, δεν αλλάζει, δεν μπορεί καν να καταλάβει πως είναι ένα κινούμενο έγκλημα. Ο αχάριστος νομίζει πως όλοι του χρωστάνε. Άνθρωποι, ζωή, μοίρα, τύχη, όλοι του έχουν στερήσει κάτι και του το χρωστάνε.

 

Κι επειδή εκείνος φαντασιώνεται πως του χρωστάνε, κοιτάει να τα πάρει από όποιον λάχει να περάσει από το μονοπάτι του. Κοιτάει να ξεσκίσει την ψυχή του άλλου. Κοιτάει να μπήξει το μαχαίρι τόσο βαθιά που να μην υπάρχει ελπίδα σωτηρίας.

 

Ο αχάριστος είναι ένα κινούμενο έγκλημα που μένει ατιμώρητο από το ποινικό δίκαιο αλλά όχι από την ζωή. Βλέπεις ο αχάριστος, είναι καταδικασμένος να ζήσει μόνος. Ο αχάριστος ξεχωρίζει γιατί κανείς δεν μένει δίπλα του. Στο τέλος, τον ξερνάνε όλοι.

 

Ο αχάριστος έμαθε να είναι θύμα, έμαθε να πιστεύει πως όλοι τον εκμεταλλεύονται, όλοι θέλουν κάτι από εκείνον κι εκείνος απλά και μόνο απαιτεί.

Ο αχάριστος είναι ανίκανος να νιώσει. Να αγαπήσει, να ευτυχίσει, να συγχωρέσει. Και το χειρότερο; Τον αχάριστο, τον έχουν αγαπήσει, του έχουν προσφέρει ευτυχία και χαρά, τον έχουν συγχωρήσει, πριν τον αγνοήσουν.

 

 

Τον αχάριστο άνθρωπο θα τον καταλάβεις όταν δεις πως είναι ανίκανος να εκτιμά οτιδήποτε του χαριστεί από την ζωή για απόλαυση, αλλά να το καταστρέφει όπως κι ότι άλλο όμορφο κι αληθινό έχει δίπλα του.

 

Τι πιο άρρωστο πράγμα μπορεί να υπάρχει από το να προδίδεις, να πετάς και να πατάς κάποιον που σε αγκάλιασε με τα φτερά του, σου έδωσε πνοή να ζήσεις; Σε βλάπτουν χωρίς ενδοιασμό, πάντα βρίσκουν μέσα τους δικαιολογία για κάθε φτηνή ή απάνθρωπή τους πράξη. Μια δικαιολογία που τους λυτρώνει και τους κάνει αρεστούς σε τρίτους. Πρόκειται για ανθρώπους αγνώμονες και τοξικούς λόγω έλλειψης συναισθημάτων και συνείδησης. Πως να δώσεις κάτι όταν δεν το έχεις μέσα σου; Άρα, γίνονται αδίστακτοι κι αδίστακτος σημαίνει ψεύτης, προδότης κι αναξιόπιστος.

 

Άνθρωποι που νοιάζονται για όσα παίρνουν από εσένα και όχι για εσένα. Παίρνουν ό,τι χρειαστεί και χάνονται, και αν τους δεις κατσουφιασμένους δε θα φταίει το ότι σε έχασαν αλλά ότι δεν τους πήγαν τα σχέδια τους όπως τα είχαν προμελετήσει.

 

Αν περιμαζέψεις έναν πεινασμένο σκύλο και τον ταΐσεις, δεν πρόκειται να σε δαγκώσει. Αυτή είναι η βασική διαφορά ανάμεσα στο σκύλο και τον αχάριστο.

Ο αχάριστος ξεχνά τι του πρόσφερες και θυμάται μόνο τι δεν του πρόσφερες.

Κανένας πιο βέβαιος εχθρός από τον αχάριστο που ευεργετήθηκε.

ΤΑ ΔΙΚΤΥΑ ΜΑΣ
ΕΑΝ ΤΟ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ

Αν σας άρεσε το θέμα προωθήστε το στους φίλους σας για να τους ενημερώσετε