ΑΡΑΓΕ ΜΠΟΡΟΥΝ;

αναρτήθηκε σε: Θεία κηρύγματα | 0

 

Μέσα σε ένα χρόνο υπάρχουν πολλές γιορτές. Τα Χριστούγεννα, τα Φώτα, η Πρωτοχρονιά, η  Ανάσταση, το Πάσχα κι άλλες γιορτές.

Γιά πολλούς ανθρώπους δέν είναι καθόλου γιορτές καί χαρούμενες μέρες, αλλά μέρες πού φέρνουνε θλίψη καί δοκιμασία. Δοκιμάζονται οι ψυχές των ανθρώπων  πού δέν  έχουν το προνόμιο νά χαρούν και να γελάσουν, σέ καιρό πού οι άλλοι χαίρονται. Εκτός από τούς ανθρώπους πού είναι πικραμένοι από τίς συμφορές τής ζωής, τούς χαροκαμένους, τούς αρρώστους, οι περισσότερο, πικραμένοι, είναι εκείνοι πού η ανάγκη τους οδηγεί στο νά γίνουν, όχι μόνο τις εορτάσιμες ημέρες αλλά όλες τις ημέρες του χρόνου.  Να γίνουν ζητιάνοι, διακονιαρέοι. Πολλοί από  αυτούς μπορεί νά μή δίνουνε σημασία στή δική τους ευτυχία, μά γίνονται ζητιάνοι γιά νά δώσουνε τή χαρά στά παιδιά τους καί στα  άλλα πρόσωπα πού κρέμονται απ αυτούς. Αυτοί οι άνθρωποι  έχουν μεγάλο καρφί στην καρδιά και πονά.  Κλαίνε κρυφά από τό παράπονό τους θέλοντας να κρύψουν τον πόνο τους για να μην τον μεταδώσουν,  κι αυτοί είναι οι πιό μεγάλοι μάρτυρες, πού καταπίνουνε τήν πίκρα τούς μέρα νύχτα, σάν τό πικροβότανο.

Όλες τις μεγάλες γιορτές, κατακλύζουν την οθόνη της τηλεόρασης πολλοί άνθρωποι και μέσα σε αυτούς τους ανθρώπους είναι και αυτοί που έχουν δημιουργήσει όλο αυτό το κακό που υπάρχει σε αυτούς τους ανθρώπους, λέγοντας όμορφα και μεγάλα λόγια.

Κάνουν το παν για να ομορφύνουν το προφίλ τους και δείχνουν το αντίθετο από αυτό που είναι. Δίνουν ευχές που δεν τις νιώθουν και δεν τις αισθάνονται.

Θα δώσουν και κανένα ξεροκόμματο  για να δείξουν ότι προσφέρουν στον συνάνθρωπο τους, τάχα τάχα.

Τις άλλες ημέρες του χρόνου που είναι όλοι αυτοί;  Ξέχασα. Πρέπει να περιποιηθούν τους λαθρομετανάστες  ξεχνώντας τους έλληνες.

 

Από τή μία μεριά είναι οι ευτυχισμένοι οι καλοπερασμένοι, οι καλότυχοι, κι από τήν άλλη μεριά είναι οι δυστυχισμένοι κι οι παραπεταμένοι. Κανένα γεφύρι δέν ενώνει τίς δύο ακροποταμιές, ενώ τίς άλλες μέρες έρχονται σέ περισσότερη συνάφεια. Οι πλούσιοι,  και όσοι έχουνε τόν τρόπο τούς κάνουνε, αλλοίμονο,  τό πάν γιά νά επιδείξουνε τά πλούτη καί τά αγαθά τους στούς λιμασμένους. Κι αυτό γίνεται στ όνομα τού Χριστού, πού γεννήθηκε πάμφτωχος μέσα στό παχνί.   Γιά τήν γέννηση τού φτωχού Χριστού δέν γιορτάζουνε οι φτωχοί σάν καί Κείνον, μά γιορτάζουνε οι πλούσιοι, πού παίρνουνε γιά αφορμή τήν φτώχεια του γιά νά δείξουνε τά πλούτη τους.

Θα δώσουν και την παρουσία τους στην εκκλησία παριστάνοντας τους καλούς χριστιανούς.

Πολλοί είναι αυτοί, που όταν θα βρουν την ευκαιρία να ανέβουν στο βήμα, βλέποντας κόσμο από κάτω, τα λόγια που λένε, αν τους ακούσει κάποιος θα νομίσει ότι είναι Άγιοι.

Όταν όμως κατέβουν από το βήμα δεν πράττουν αυτά που είπαν  αλλά πράττουν ότι δεν είπαν.

 

Μά άραγε, ανάμεσα σέ δυστυχισμένους μπορεί νά νοιώσει κανένας ευτυχισμένο τόν εαυτό του; Μονάχα ένας αναίσθητος μπορεί νά νοιώσει τέτοια ευτυχία. Όσο γιά κείνον πού θέλει νά επιδείξει στόν πεινασμένο καί στόν στερημένο τήν ελεεινή του αυτή ευτυχία, αυτός είναι αληθινό κτήνος. Καί με  όλα αυτα, υπάρχουνε πολλοί τέτοιοι ανάμεσά μας, στά χρόνια μας, ενώ ήτανε σπάνιοι στά παλαιότερα. Είναι κι αυτό ένα από τά ωραία πού μάς έφερε ο μέγας πολιτισμός από τά μεγάλα κέντρα!

 

Άραγε, πραγματικά είμαι πολύ περίεργος. Μπορούν όλοι αυτοί που πούλησαν τους έλληνες και πρόδωσαν την Ελλάδα. Μπορούν όλοι αυτοί με τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα. Μπορούν όλοι αυτοί που <<δολοφόνησαν>> ψυχές και τους οδήγησαν στην καταστροφή, στην αυτοκτονία, στην φτώχια και στην εξαθλίωση να είναι ευτυχισμένοι;

ΑΡΑΓΕ ΜΠΟΡΟΥΝ;

 

 

Τα παλιά χρόνια οι άνθρωποι ήταν πιο άνθρωποι. Αυτοί που ήταν πλούσιοι και νοικοκυραίοι,  δεν θέλανε και  αποφεύγανε νά πληγώσουνε τούς φτωχότερους, καί νοιώθανε τήν ανάγκη νά τούς ζεστάνουνε καί κείνους, στέλνοντας κρυφά στά σπίτια τους, διακριτικά,  διάφορα δώρα, μέ τρόπο, ώστε νά μή τούς ταπεινώσουνε.

 

«Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόχευτος», πού θά πή, «Ζωή δίχως γιορτή, είναι σάν τόν μακρύ τόν δρόμο τόν δρόμο πού δέν έχει πανδοχείο νά ξεκουραστείς».

Κάποιοι μοντερνοποιημένοι, τάχα μου ευρωπαίοι και παγκοσμιοποιημένοι,  κάνουνε τόν βαρύ καί τόν θετικό, τόν κύριο πού δέν έχει αισθηματολογίες. Παριστάνουν τους κάποιους επειδή βρέθηκαν σε μια θέση χωρίς να έχουν σκίσει μια χαρτοπετσέτα στην ζωή τους. Χωρίς να έχουν γευτεί την αγωνία για το μεροκάματο και πως βγαίνει αυτό. Αυτοί γιά μένα είναι ξερίχια ψυχικά, παγωμένες ερημιές, δίχως αγάπη, δίχως χαρά, μά δίχως πόνο. Γιατί χαρά καί πόνος είναι δεμένα. Αυτές  οι ψυχές είναι σαν τα  νεκρά τα  βουνά που δεν  πατά άνθρωπος.  Είναι ένα ξεροχώραφο που δεν φυτρώνει τίποτε άλλο εκτός από αγκάθια και τσουκνίδες.   Ωστόσο, κάτι τέτοιοι «ορθολογιστές» καί «θετικισταί», ξετρελαίνονται γιά κάποιες ανόητες ξενόφερτες φιέστες καί γιά κάτι μοντέρνα γλέντια πού ρεζιλεύουνε τόν άνθρωπο, φτάνει πού γίνονται κατά τό κοσμοπολίτικο μοντέλο πού βρίσκεται στά «μεγάλα κέντρα τού εξωτερικού».

Αδέρφια μου. Φυλάξτε τά ελληνικά, την ορθοδοξία μας και τις αξίες μας και  γιορτάστε όπως γιορτάζανε οι πατεράδες σας, οι παππούδες μας και οι γιαγιάδες μας καί μή ξεγιελιώσατε μέ τά ξένα κι άνοστα πυροτεχνήματα. Οι δικές μας οι γιορτές αδελφώνουν τούς ανθρώπους, τούς ενώνει η αγάπη τού Χριστού. Μήν κάνετε επιδείξεις.

Βάλετε τά ρούχα σας, όμορφα ενδυθείτε, στην εκκλησία τρέξετε, μέ προθυμία μπείτε, να ακούσετε μέ προσοχή όλη τήν υμνωδία, καί μέ πολλή ευλάβεια τήν Θεία Λειτουργία. Καί πάλι σάν γυρίσετε στο σπίτι  σας, ευθύς τραπέζι στρώστε, βάλτε το φαγητό σας. Καί τόν σταυρό σας κάνετε, γευτείτε, ευφρανθείτε. Δώστε καί κανενός φτωχού.

«όστις νά υστερήται».

Αθάνατη ελληνική φυλή! Φτωχή μά αρχοντομαθημένη, βασανισμένη, μά χαρούμενη καί καλόκαρδη περισσότερο από τούς ευτυχισμένους τής γής, πού τούς μαράζωσε η καλοπέραση.

Ναί, αδερφοί μου Έλληνες, χαίρεστε μαζί μέ κείνους πού χαίρονται καί κλαίτε μαζί μέ κείνους πού κλαίνε, καί εκεί μονάχα θά βρείτε ανακούφιση. Δίνετε στούς άλλους από  ότι έχετε. Το παραπάνω απ ότι έχει κανένας ανάγκη, τό κλέβει από τόν άλλον.

«Μακάριον τό διδόναι μάλλον, ή λαμβάνειν».

Πολλοί από σάς θά έχουν ίσως περισσότερο από μένα τό δικαίωμα νά μού πούνε αυτά πού λέγω εγώ σέ σάς. Δέν είμαι «ο ποιήσας καί διδάξας», αλλοίμονό μου! Μά γιά νά μή σκανδαλισθεί  κανένας πώς τά λόγιά μου είναι ολότελα κούφια, στενεύομαι νά πώ πώς προσπαθώ νά μήν είμαι ολότελα «ο δάσκαλος πού δίδασκε καί νόμο δέν εκράτει».

ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ; ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟShare on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Pin on Pinterest
Pinterest

ΕΑΝ ΕΠΙΘΥΜΕΙΣ ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΟΥ ΣΧΟΛΙΟ

Σχόλια