ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ-(Β) ΧΡΟΝΙΚΩΝ- ΚΕΦ  36

αναρτήθηκε σε: ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ | 0

 

 

1 ΚΑΙ ο λαός τής γης πήρε τον Ιωάχαζ, τον γιο τού Ιωσία, και τον έκαναν βασιλιά στην Ιερουσαλήμ, αντί του πατέρα του.

2 Ο Ιωάχαζ ήταν ηλικίας 23 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε τρεις μήνες στην Ιερουσαλήμ.

3 Και ο βασιλιάς τής Αιγύπτου τον καθαίρεσε στην Ιερουσαλήμ, και καταδίκασε τη γη σε πρόστιμο από 100 τάλαντα ασήμι, και ένα τάλαντο χρυσάφι.

4 Και ο βασιλιάς της Αιγύπτου έκανε βασιλιά επάνω στον Ιούδα και την Ιερουσαλήμ τον Ελιακείμ, τον αδελφό του, και άλλαξε το όνομά του σε Ιωακείμ. Ενώ, τον Ιωάχαζ, τον αδελφό του, ο Νεχαώ τον πήρε, και τον έφερε στην Αίγυπτο.

5 Ο Ιωακείμ [ήταν] ηλικίας 25 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε 11 χρόνια στην Ιερουσαλήμ· και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο τον Θεό του.

6 Εναντίον του ανέβηκε ο Ναβουχοδονόσορας, ο βασιλιάς τής Βαβυλώνας, και τον έδεσε με αλυσίδες, για να τον φέρει στη Βαβυλώνα.

7 Και από τα σκεύη τού οίκου τού Κυρίου ο Ναβουχοδονόσορας έφερε στη Βαβυλώνα, και τα έβαλε στον ναό του στη Βαβυλώνα.

8 Και οι λοιπές πράξεις τού Ιωακείμ, και τα βδελύγματά του όσα έκανε, και όσα βρέθηκαν σ’ αυτόν, δέστε, είναι γραμμένα στο βιβλίο των βασιλιάδων τού Ισραήλ και του Ιούδα· και αντ’ αυτού βασίλευσε ο Ιωαχείν, ο γιος του.

9 Ο ΙΩΑΧΕΙΝ ήταν ηλικίας 18 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε τρεις μήνες και δέκα ημέρες στην Ιερουσαλήμ· και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο.

10 Και στο τέλος τού χρόνου, αφού ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορας έστειλε, τον έφερε στη Βαβυλώνα, μαζί με τα εκλεκτά σκεύη τού οίκου τού Κυρίου· και τον Σεδεκία, τον αδελφό του, [τον] έκανε βασιλιά επάνω στον Ιούδα και στην Ιερουσαλήμ.

11 Ο ΣΕΔΕΚΙΑΣ ήταν ηλικίας 21 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε 11 χρόνια στην Ιερουσαλήμ.

12 Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο τον Θεό του· δεν ταπεινώθηκε μπροστά στον Ιερεμία τον προφήτη, [ο οποίος μιλούσε] από το στόμα τού Κυρίου.

13 Κι ακόμα, αποστάτησε ενάντια στον βασιλιά Ναβουχοδονόσορα, που τον είχε ορκίσει στον Θεό· και σκλήρυνε τον τράχηλό του, και πεισμάτωσε την καρδιά του, ώστε να μη επιστρέψει στον Κύριο τον Θεό τού Ισραήλ.

14 Ακόμα, όλοι οι πρώτοι από τους ιερείς, και ο λαός, αθέτησαν υπερβολικά τον νόμο και έπραξαν σύμφωνα με όλα τα βδελύγματα των εθνών, και μόλυναν τον οίκο τού Κυρίου, που τον είχε αγιάσει στην Ιερουσαλήμ.

15 Και ο Κύριος, ο Θεός των πατέρων τους, τους παρήγγειλε διαμέσου των απεσταλμένων του, σηκωνόμενος το πρωί και εξαποστέλλοντας· επειδή, λυπόταν τον λαό του, και το κατοικητήριό του.

16 Αυτοί, όμως, χλεύαζαν τους απεσταλμένους τού Θεού, και καταφρονούσαν τα λόγια του, και κορόιδευαν τους προφήτες του, μέχρις ότου η οργή τού Κυρίου ανέβηκε εναντίον τού λαού του, ώστε θεραπεία δεν υπήρχε.

17 Γι’ αυτό, έφερε εναντίον τους τον βασιλιά των Χαλδαίων, και θανάτωσε τους νέους τους με μάχαιρα μέσα στον οίκο τού αγιαστηρίου τους, και δεν λυπήθηκε νέον ή παρθένα, γέροντα ή σκυφτόν· όλους τους παρέδωσε στο χέρι του.

18 Και όλα τα σκεύη τού οίκου τού Θεού, μεγάλα και μικρά, και τους θησαυρούς τού οίκου τού Κυρίου, και τους θησαυρούς τού βασιλιά, και των αρχόντων του, τα έφερε όλα στη Βαβυλώνα.

19 Και κατέκαψαν τον οίκο τού Θεού, και κατέσκαψαν το τείχος τής Ιερουσαλήμ, και κατέκαψαν όλα τα παλάτια της με φωτιά, και αφάνισαν όλα τα πολύτιμα σκεύη της.

20 Και όσους ξέφυγαν τη μάχαιρα, τους μετοίκισε στη Βαβυλώνα, όπου ήσαν δούλοι σ’ αυτόν και στους γιους του, μέχρι τον καιρό τής βασιλείας των Περσών·

21 για να εκπληρωθεί ο λόγος τού Κυρίου, που είχε γίνει διαμέσου τού στόματος του Ιερεμία, μέχρις ότου η γη χαρεί τα σάββατά της· [επειδή], όλο τον καιρό τής ερήμωσής [της] φύλαγε σάββατο, μέχρις ότου συμπληρωθούν 70 χρόνια.

22 ΚΑΙ στον πρώτο χρόνο τού Κύρου, του βασιλιά τής Περσίας, για να εκπληρωθεί ο λόγος τού Κυρίου, που έγινε διαμέσου τού στόματος του Ιερεμία, ο Κύριος διέγειρε το πνεύμα τού Κύρου, του βασιλιά τής Περσίας, και διακήρυξε μέσα σε ολόκληρο το βασίλειό του, και μάλιστα εγγράφως, λέγοντας:

23 Έτσι λέει ο Κύρος, ο βασιλιάς τής Περσίας: Ο Κύριος, ο Θεός τού ουρανού, έδωσε σε μένα όλα τα βασίλεια της γης· κι αυτός με πρόσταξε να του οικοδομήσω έναν οίκο στην Ιερουσαλήμ, που [είναι] στην Ιουδαία· ποιος από σας [είναι] από ολόκληρο τον λαό του; Ο Κύριος ο Θεός του [ας είναι] μαζί του, και ας ανέβει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 36

ΑΦΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΑ

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 ·

11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 ·

20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 ·

31 · 32 · 33 · 34 · 35 · 36

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

ΓΕΝΕΣΗΕΞΟΔΟΣΛΕΥΙΤΙΚΟΑΡΙΘΜΟΙΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ

ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗΚΡΙΤΕΣΡΟΥΘ(Α) ΣΑΜΟΥΗΛ(Β) ΣΑΜΟΥΗΛ

(Α) ΒΑΣΙΛΕΩΝ(Β) ΒΑΣΙΛΕΩΝ(Α) ΧΡΟΝΙΚΩΝ(Β) ΧΡΟΝΙΚΩΝ

ΕΣΔΡΑΣΝΕΕΜΙΑΣΕΣΘΗΡΙΩΒΨΑΛΜΟΙΠΑΡΟΙΜΙΕΣ

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝΗΣΑΪΑΣΙΕΡΕΜΙΑΣΘΡΗΝΟΙ

 ΙΕΖΕΚΙΗΛΔΑΝΙΗΛΩΣΗΕΙΩΗΛΑΜΩΣΑΒΔΙΟΥΙΩΝΑΣ

ΜΙΧΑΙΑΣΝΑΟΥΜΑΒΑΚΟΥΜΣΟΦΟΝΙΑΣ

 ΑΓΓΑΙΟΣΖΑΧΑΡΙΑΣΜΑΛΑΧΙΑΣ

ΕΑΝ ΤΟ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ-(Β) ΧΡΟΝΙΚΩΝ- ΚΕΦ  35

αναρτήθηκε σε: ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ | 0

 

1 Ο ΙΩΣΙΑΣ έκανε επιπλέον Πάσχα στον Κύριο στην Ιερουσαλήμ· και θυσίασαν το Πάσχα τη 14η ημέρα τού πρώτου μήνα.

2 Και έβαλε ιερείς στις υπηρεσίες τους, και τους ενίσχυσε στην υπηρεσία τού οίκου τού Κυρίου·

3 και είπε στους Λευίτες, αυτούς που δίδασκαν ολόκληρο τον Ισραήλ, τους καθιερωμένους στον Κύριο: Βάλτε την άγια κιβωτό στον οίκο, τον οποίο έχει οικοδομήσει ο Σολομώντας, ο γιος τού Δαβίδ, του βασιλιά τού Ισραήλ· δεν θα [τη] βαστάζετε [πλέον] επάνω σε ώμους· δουλεύετε τώρα τον Κύριο τον Θεό σας, και τον λαό του τον Ισραήλ·

4 και ετοιμαστείτε σύμφωνα με τις οικογένειες των πατριών σας, κατά τις διαιρέσεις σας, σύμφωνα με το γραμμένο τού Δαβίδ, του βασιλιά τού Ισραήλ, και σύμφωνα με το γραμμένο τού Σολομώντα, του γιου του.

5 Και σταθείτε στο αγιαστήριο, σύμφωνα με τις διαιρέσεις των οικογενειών των πατριών υπέρ των αδελφών σας, των γιων τού λαού, και [σύμφωνα με] τη διαίρεση των οικογενειών των πατριών των Λευιτών.

6 Και θυσιάστε το Πάσχα, και αγιαστείτε, και ετοιμάστε [το] στους αδελφούς σας, για να κάνουν σύμφωνα με τον λόγο τού Κυρίου, [που δόθηκε] διαμέσου τού Μωυσή.

7 Και ο Ιωσίας πρόσφερε στον λαό πρόβατα, αρνιά, και κατσικάκια, τα έδωσε όλα για τις θυσίες τού Πάσχα, για όλους όσους παραβρέθηκαν, 30.000 τον αριθμό, και 3.000 βόδια· αυτά [ήσαν] από τα υπάρχοντα του βασιλιά.

8 Και οι άρχοντές του [το] πρόσφεραν προαιρετικά στον λαό, στους ιερείς, και στους Λευίτες. Ο Χελκίας, και ο Ζαχαρίας, και ο Ιεχιήλ, οι άρχοντες του οίκου τού Θεού, έδωσαν στους ιερείς, για τις θυσίες τού Πάσχα, 2.600 [αρνιά και κατσίκια], και 300 βόδια.

9 Και ο Χωνανίας, και ο Σεμαϊας, και ο Ναθανιήλ, οι αδελφοί του, και ο Ασαβίας, και ο Ιεϊήλ, και ο Ιωζαβάδ, άρχοντες των Λευιτών, πρόσφεραν στους Λευίτες για θυσίες τού Πάσχα, 5.000 [αρνιά και κατσίκια], και 500 βόδια.

10 Και ετοιμάστηκε η υπηρεσία, και οι ιερείς στάθηκαν στον τόπο τους, και οι Λευίτες στις διαιρέσεις τους, σύμφωνα με την προσταγή τού βασιλιά.

11 Και θυσίασαν το Πάσχα, και οι ιερείς ράντισαν [το αίμα] από το χέρι τους, και οι Λευίτες έγδαραν [τα θύματα].

12 Και διαίρεσαν τα ολοκαυτώματα, για να τα δώσουν σύμφωνα με τις διαιρέσεις των οικογενειών των πατριών τού λαού, για να προσφέρουν στον Κύριο, σύμφωνα με το γραμμένο στο βιβλίο τού Μωυσή· το ίδιο και για τα βόδια.

13 Και το Πάσχα έψησαν με φωτιά, σύμφωνα με το διαταγμένο· και έψησαν τα άγια σε χύτρες, και σε καζάνια, και σε κακάβια, και τα μοίρασαν γρήγορα ανάμεσα σε ολόκληρο τον λαό.

14 Και έπειτα, ετοίμασαν στον εαυτό τους, και στους ιερείς· επειδή, οι ιερείς, οι γιοι τού Ααρών, [καταγίνονταν] στο να προσφέρουν ολοκαυτώματα και τα λίπη μέχρι αργά τη νύχτα· γι’ αυτό, οι Λευίτες ετοίμασαν για τον εαυτό τους, και για τους ιερείς, τους γιους τού Ααρών.

15 Και οι ψαλτωδοί, οι γιοι τού Ασάφ, [ήσαν] στον τόπο τους, σύμφωνα με τη διαταγή τού Δαβίδ, και του Ασάφ, και του Αιμάν, και του Ιεδουθούν, του βλέποντα τού βασιλιά, και οι πυλωροί [φύλαγαν] σε κάθε μία πύλη· δεν ήταν ανάγκη να απομακρυνθούν από τις υπηρεσίες τους· επειδή, οι αδελφοί τους οι Λευίτες ετοίμασαν γι’ αυτούς.

16 Και ετοιμάστηκε ολόκληρη η υπηρεσία τού Κυρίου την ίδια ημέρα, για να κάνουν το Πάσχα, και να προσφέρουν ολοκαυτώματα επάνω στο θυσιαστήριο του Κυρίου, σύμφωνα με την προσταγή τού βασιλιά Ιωσία.

17 Και οι γιοι Ισραήλ, που παραβρέθηκαν, έκαναν κατά τον καιρό εκείνο το Πάσχα, και τη γιορτή των αζύμων επτά ημέρες.

18 Και δεν είχε γίνει Πάσχα στον Ισραήλ σαν εκείνο, από τις ημέρες τού Σαμουήλ τού προφήτη· ούτε όλοι οι βασιλιάδες τού Ισραήλ είχαν κάνει σαν το Πάσχα που έκανε ο Ιωσίας, και οι ιερείς, και οι Λευίτες, και ολόκληρος ο Ιούδας και ο Ισραήλ, αυτοί που παραβρέθηκαν, και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ.

19 Και στον 18ο χρόνο τής βασιλείας τού Ιωσία έγινε τούτο το Πάσχα.

20 Ύστερα από όλα αυτά, αφού ο Ιωσίας ετοίμασε τον οίκο, ανέβηκε ο Νεχαώ, ο βασιλιάς τής Αιγύπτου για να πολεμήσει στη Χαρκεμίς προς τον Ευφράτη· και ο Ιωσίας βγήκε εναντίον του.

21 Και του έστειλε μηνυτές, λέγοντας: Τι [υπάρχει] ανάμεσα σε σένα και σε μένα, βασιλιά τού Ιούδα; Δεν [έρχομαι] εναντίον σου, αλλ’ εναντίον τού οίκου με τον οποίο έχω πόλεμο· και ο Θεός με πρόσταξε να σπεύσω· κράτησε απόσταση από τον Θεό, που [είναι] μαζί μου, για να μη σε εξολοθρεύσει.

22 Εντούτοις, ο Ιωσίας δεν απέστρεψε το πρόσωπό του απ’ αυτόν· αλλά, μετασχηματίστηκε, για να πολεμήσει εναντίον του, και δεν εισάκουσε τα λόγια τού Νεχαώ, που ήσαν από το στόμα τού Θεού, και ήρθε να πολεμήσει στην κοιλάδα Μεγιδδώ.

23 Και οι τοξότες τόξευσαν επάνω στον βασιλιά Ιωσία· και ο βασιλιάς είπε στους δούλους του: Βγάλτε με έξω, επειδή πληγώθηκα βαριά.

24 Και οι δούλοι του τον έβγαλαν από την άμαξά του, και τον επιβίβασαν στη δεύτερη άμαξά του· και τον έφεραν στην Ιερουσαλήμ, και πέθανε· και θάφτηκε στους τάφους των πατέρων του. Και ολόκληρος ο Ιούδας και η Ιερουσαλήμ πένθησαν για τον Ιωσία.

25 Και ο Ιερεμίας θρήνησε για τον Ιωσία· και όλοι οι ψάλτες και οι ψάλτριες, μέχρι σήμερα, αναφέρουν στους θρήνους τους τον Ιωσία, και τους έκαναν επίσημο θεσμό στον Ισραήλ· και δέστε, είναι γραμμένοι στους Θρήνους.

26 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Ιωσία, και τα ελέη του, σύμφωνα με το γραμμένο στον νόμο τού Κυρίου,

27 και τα έργα του, τα πρώτα και τα τελευταία, δέστε, είναι γραμμένα στο βιβλίο των βασιλιάδων τού Ισραήλ και του Ιούδα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 35

ΑΦΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΑ

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 ·

11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 ·

20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 ·

31 · 32 · 33 · 34 · 35 · 36

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

ΓΕΝΕΣΗΕΞΟΔΟΣΛΕΥΙΤΙΚΟΑΡΙΘΜΟΙΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ

ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗΚΡΙΤΕΣΡΟΥΘ(Α) ΣΑΜΟΥΗΛ(Β) ΣΑΜΟΥΗΛ

(Α) ΒΑΣΙΛΕΩΝ(Β) ΒΑΣΙΛΕΩΝ(Α) ΧΡΟΝΙΚΩΝ(Β) ΧΡΟΝΙΚΩΝ

ΕΣΔΡΑΣΝΕΕΜΙΑΣΕΣΘΗΡΙΩΒΨΑΛΜΟΙΠΑΡΟΙΜΙΕΣ

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝΗΣΑΪΑΣΙΕΡΕΜΙΑΣΘΡΗΝΟΙ

 ΙΕΖΕΚΙΗΛΔΑΝΙΗΛΩΣΗΕΙΩΗΛΑΜΩΣΑΒΔΙΟΥΙΩΝΑΣ

ΜΙΧΑΙΑΣΝΑΟΥΜΑΒΑΚΟΥΜΣΟΦΟΝΙΑΣ

 ΑΓΓΑΙΟΣΖΑΧΑΡΙΑΣΜΑΛΑΧΙΑΣ

ΕΑΝ ΤΟ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ-(Β) ΧΡΟΝΙΚΩΝ- ΚΕΦ  34

αναρτήθηκε σε: ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ | 0

 

1 Ο ΙΩΣΙΑΣ ήταν ηλικίας οκτώ χρόνων όταν βασίλευσε· και βασίλευσε 31 χρόνια στην Ιερουσαλήμ.

2 Και έπραξε το ευθύ μπροστά στον Κύριο, και περπάτησε στους δρόμους τού πατέρα του, του Δαβίδ, και δεν ξέκλινε δεξιά ή αριστερά.

3 Και στον όγδοο χρόνο τής βασιλείας του, ενώ ήταν ακόμα νέος, άρχισε να εκζητεί τον Θεό τού πατέρα του, του Δαβίδ· και στον 12ο χρόνο άρχισε να καθαρίζει τον Ιούδα και την Ιερουσαλήμ, από τους ψηλούς τόπους, και [από] τα άλση, και τα γλυπτά και τα χωνευτά.

4 Και μπροστά του κατέστρεψαν τα θυσιαστήρια των Βααλείμ· και καταγκρέμισε τα είδωλα που ήσαν επάνω απ’ αυτά· και τα άλση, και τα γλυπτά, και τα χωνευτά, τα κατασύντριψε, και τα λέπτυνε σε σκόνη, και την έρριξε επάνω στα μνήματα εκείνων που θυσίαζαν σ’ αυτά.

5 Και έκαψε τα κόκαλα των ιερέων επάνω στα θυσιαστήριά τους, και καθάρισε τον Ιούδα και την Ιερουσαλήμ.

6 Και [έκανε το ίδιο] στις πόλεις τού Μανασσή, και του Εφραϊμ, και του Συμεών, και μέχρι τού Νεφθαλί, ολόγυρα στους ερημωμένους τόπους τους.

7 Και αφού κατέστρεψε τα θυσιαστήρια και τα άλση, και καταλέπτυνε τα γλυπτά σε σκόνη, και κατέκοψε όλα τα είδωλα μέσα από ολόκληρη τη γη τού Ισραήλ, γύρισε στην Ιερουσαλήμ.

8 Και στον 18ο χρόνο τής βασιλείας του, αφού καθάρισε τη γη και τον ναό, έστειλε τον Σαφάν, τον γιο τού Αζαλία, και τον Μαασία, τον άρχοντα της πόλης, και τον Ιωάχ, τον γιο τού Ιωάχαζ, τον υπομνηματογράφο, για να επισκευάσουν τον οίκο τού Κυρίου τού Θεού του.

9 Και όταν ήρθαν στον Χελκία, τον μεγάλο ιερέα, παρέδωσαν το ασήμι που είχε μπει μέσα στον οίκο τού Θεού, το οποίο οι Λευίτες, που φύλαγαν τις θύρες, είχαν συνάξει από το χέρι τού Μανασσή και του Εφραϊμ, και από ολόκληρο το υπόλοιπο του Ισραήλ, και από ολόκληρον τον Ιούδα και τον Βενιαμίν· και γύρισαν στην Ιερουσαλήμ.

10 Και [τα] έδωσαν στο χέρι εκείνων που έκαναν τα έργα, και εκείνων που επιστατούσαν στον οίκο τού Κυρίου· κι εκείνοι που έκαναν τα έργα, τα οποία εργάζονταν στον οίκο τού Κυρίου, το παρέδωσαν για να επισκευάσουν και να επιδιορθώσουν τον οίκο·

11 στους μαραγκούς και οικοδόμους [το] έδωσαν, για να αγοράσουν πελεκητές πέτρες, και ξύλα για δοκούς, και για να στεγάσουν τα οικήματα που είχαν καταστρέψει οι βασιλιάδες τού Ιούδα.

12 Και οι άνδρες εργάζονταν το έργο με πιστότητα· και επάνω σ’ αυτούς επιτηρητές [ήσαν] ο Ιαάθ και ο Οβαδία, οι Λευίτες, από τους γιους τού Μεραρί· και ο Ζαχαρίας και ο Μεσσουλάμ, από τους γιους των Κααθιτών, για να επισπεύδουν [το έργο]· και από τους Λευίτες όλοι οι επιστήμονες μουσικών οργάνων.

13 Ακόμα, είχαν την επίβλεψη στους αχθοφόρους και τους εργοδιώκτες όλων των εργαζόμενων, σε οποιαδήποτε υπηρεσία· και από τους Λευίτες [ήσαν] γραμματείς, και επιστάτες, και θυρωροί.

14 Και ενώ έβγαζαν το ασήμι, που είχε μπει στον οίκο τού Κυρίου, ο Χελκίας ο ιερέας βρήκε το βιβλίο τού νόμου τού Κυρίου, [που είχε δοθεί] διαμέσου τού Μωυσή.

15 Και ο Χελκίας αποκρίθηκε και είπε στον Σαφάν τον γραμματέα: Βρήκα ένα βιβλίο τού νόμου στον οίκο τού Κυρίου. Και ο Χελκίας έδωσε το βιβλίο στον Σαφάν.

16 Και ο Σαφάν έφερε το βιβλίο στον βασιλιά, και έπειτα έδωσε λόγο στον βασιλιά, λέγοντας: Οι δούλοι σου κάνουν κάθε τι που τους ορίστηκε·

17 και αρίθμησαν το ασήμι που βρέθηκε στον οίκο τού Κυρίου, και το παρέδωσαν στο χέρι των επιστατών, και στο χέρι εκείνων που κάνουν τα έργα.

18 Και ο Σαφάν ο γραμματέας ανήγγειλε στον βασιλιά, λέγοντας: Ο ιερέας Χελκίας μού έδωσε ένα βιβλίο. Και ο Σαφάν το διάβασε μπροστά στον βασιλιά.

19 Και καθώς ο βασιλιάς άκουσε τα λόγια τού νόμου, έσχισε τα ιμάτιά του.

20 Και ο βασιλιάς πρόσταξε τον Χελκία και τον Αχικάμ, τον γιο τού Σαφάν, και τον Αβδών, τον γιο τού Μιχαία, και τον Σαφάν τον γραμματέα, και τον Ασαϊα, τον δούλο τού βασιλιά, λέγοντας:

21 Πηγαίνετε, ρωτήστε τον Κύριο για μένα, και για όσους εναπέμειναν στον Ισραήλ και τον Ιούδα, και για τα λόγια τού βιβλίου που βρέθηκε· επειδή, η οργή τού Κυρίου, που ξεχύθηκε επάνω μας, [είναι] μεγάλη, για το ότι οι πατέρες μας δεν φύλαξαν τον λόγο τού Κυρίου, ώστε να πράξουν σύμφωνα με όλα τα γραμμένα μέσα στο βιβλίο.

22 Τότε, πήγε ο Χελκίας, και οι απεσταλμένοι από τον βασιλιά, προς την προφήτισσα Όλδα, τη γυναίκα τού Σαλλούμ, γιου τού Τικβά, γιου τού Ασρά, του ιματιοφύλακα, (κι αυτή κατοικούσε στην Ιερουσαλήμ, προς το Μισνέ)· και της μίλησαν σύμφωνα μ’ αυτά.

23 Κι εκείνη τούς είπε: Έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ: Πείτε στον άνθρωπο που σας έστειλε σε μένα:

24 Έτσι λέει ο Κύριος: Δες, εγώ φέρνω κακά επάνω σ’ αυτό τον τόπο, κι επάνω στους κατοίκους του, όλες τις κατάρες τις γραμμένες στο βιβλίο, που διάβασαν μπροστά στον βασιλιά τού Ιούδα·

25 επειδή, με εγκατέλειψαν, και θυμίασαν σε άλλους θεούς, για να με παροργίσουν εξαιτίας όλων των έργων των χεριών τους· γι’ αυτό, ο θυμός μου θα ξεχυθεί επάνω σε τούτο τον τόπο, και δεν θα σβήσει.

26 Και στον βασιλιά τού Ιούδα, που σας έστειλε για να ρωτήσετε τον Κύριο, έτσι θα του πείτε: Έτσι λέει ο Κύριος ο Θεός τού Ισραήλ, [για] τα λόγια που άκουσες·

27 επειδή, απαλύνθηκε η καρδιά σου, και ταπεινώθηκες μπροστά στον Θεό, όταν άκουσες τα λόγια του ενάντια σ’ αυτόν τον τόπο, και ενάντια στους κατοίκους του, και ταπεινώθηκες μπροστά μου, και έσχισες τα ιμάτιά σου, και έκλαψες μπροστά μου, γι’ αυτό κι εγώ [σε] εισάκουσα, λέει ο Κύριος·

28 δες, εγώ θα σε συνάξω στους πατέρες σου, και θα συναχθείς στον τάφο σου με ειρήνη, και τα μάτια σου δεν θα δουν όλα τα κακά, που εγώ θα φέρνω επάνω σε τούτο τον τόπο, κι επάνω στους κατοίκους του. -Και έφεραν απάντηση στον βασιλιά.

29 Και ο βασιλιάς έστειλε και συγκέντρωσε όλους τους πρεσβύτερους του Ιούδα και της Ιερουσαλήμ.

30 Και ο βασιλιάς ανέβηκε στον οίκο τού Κυρίου, και όλοι οι άνδρες τού Ιούδα, και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, και οι ιερείς, και οι Λευίτες, και ολόκληρος ο λαός, από τον μεγάλο μέχρι τον μικρό· και διάβασαν σε επήκοόν τους όλα τα λόγια τού βιβλίου τής διαθήκης, που βρέθηκε στον οίκο τού Κυρίου.

31 Και ο βασιλιάς, αφού στάθηκε στον τόπο του, έκανε τη συνθήκη μπροστά στον Κύριο, να περπατάει πίσω από τον Κύριο, και να φυλάττει τις εντολές του, και τα μαρτύριά του, και τα διατάγματά του, με ολόκληρη την καρδιά του, και με ολόκληρη την ψυχή του, ώστε να εκτελεί τα λόγια τής διαθήκης, που ήσαν γραμμένα σε τούτο το βιβλίο.

32 Και έκανε να σταθούν [σε τούτο] όλοι όσοι βρέθηκαν στην Ιερουσαλήμ και στον Βενιαμίν. Και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ έκαναν σύμφωνα με τη διαθήκη τού Θεού, του Θεού των πατέρων τους.

33 Και ο Ιωσίας αφαίρεσε όλα τα βδελύγματα από όλους τούς τόπους των γιων Ισραήλ, και όσους βρέθηκαν στον Ισραήλ, τους έκανε να λατρεύουν τον Κύριο τον Θεό τους· σε όλες τις ημέρες του δεν απομακρύνθηκαν πίσω από τον Κύριο τον Θεό των πατέρων τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 34

ΑΦΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΑ

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 ·

11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 ·

20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 ·

31 · 32 · 33 · 34 · 35 · 36

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

ΓΕΝΕΣΗΕΞΟΔΟΣΛΕΥΙΤΙΚΟΑΡΙΘΜΟΙΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ

ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗΚΡΙΤΕΣΡΟΥΘ(Α) ΣΑΜΟΥΗΛ(Β) ΣΑΜΟΥΗΛ

(Α) ΒΑΣΙΛΕΩΝ(Β) ΒΑΣΙΛΕΩΝ(Α) ΧΡΟΝΙΚΩΝ(Β) ΧΡΟΝΙΚΩΝ

ΕΣΔΡΑΣΝΕΕΜΙΑΣΕΣΘΗΡΙΩΒΨΑΛΜΟΙΠΑΡΟΙΜΙΕΣ

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝΗΣΑΪΑΣΙΕΡΕΜΙΑΣΘΡΗΝΟΙ

 ΙΕΖΕΚΙΗΛΔΑΝΙΗΛΩΣΗΕΙΩΗΛΑΜΩΣΑΒΔΙΟΥΙΩΝΑΣ

ΜΙΧΑΙΑΣΝΑΟΥΜΑΒΑΚΟΥΜΣΟΦΟΝΙΑΣ

 ΑΓΓΑΙΟΣΖΑΧΑΡΙΑΣΜΑΛΑΧΙΑΣ

ΕΑΝ ΤΟ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ-(Β) ΧΡΟΝΙΚΩΝ- ΚΕΦ  33

αναρτήθηκε σε: ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ | 0

 

1 Ο ΜΑΝΑΣΣΗΣ [ήταν] 12 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε 55 χρόνια στην Ιερουσαλήμ.

2 Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, σύμφωνα με τα βδελύγματα των εθνών, τα οποία ο Κύριος είχε εκδιώξει μπροστά από τους γιους Ισραήλ·

3 και ανοικοδόμησε τους ψηλούς τόπους, τους οποίους ο πατέρας του ο Εζεκίας είχε καταστρέψει, και ανέγειρε θυσιαστήρια στους Βααλείμ, και έκανε άλση, και προσκύνησε ολόκληρη τη στρατιά τού ουρανού, και τα λάτρευσε.

4 Και οικοδόμησε θυσιαστήρια στον οίκο τού Κυρίου, για τον οποίο ο Κύριος είχε πει: Στην Ιερουσαλήμ θα είναι το όνομά μου στον αιώνα.

5 Και οικοδόμησε θυσιαστήρια σε ολόκληρη τη στρατιά τού ουρανού, μέσα στις δύο αυλές τού οίκου τού Κυρίου.

6 Κι αυτός διαπέρασε τους γιους του μέσα από τη φωτιά στην κοιλάδα τού γιου τού Εννόμ· και προμάντευε καιρούς, και έκανε οιωνισμούς και μαγείες, και σύστησε ανταποκριτές δαιμονίων και επαοιδούς· έπραξε πολλά πονηρά πράγματα μπροστά στον Κύριο, για να τον παροργίσει.

7 Και έστησε το γλυπτό, την εικόνα που είχε κάνει, στον οίκο τού Θεού, για τον οποίο ο Θεός είχε πει στον Δαβίδ και στον Σολομώντα τον γιο του: Μέσα σ’ αυτόν τον οίκο, και στην Ιερουσαλήμ, που διάλεξα από όλες τις φυλές τού Ισραήλ, θα βάλω το όνομά μου στον αιώνα·

8 και δεν θα μετασαλεύσω το πόδι τού Ισραήλ από τη γη που παρέδωσα στους πατέρες σας· αν μόνον προσέξουν να κάνουν όλα όσα έχω προστάξει σ’ αυτούς, σύμφωνα με ολόκληρο τον νόμο και τα διατάγματα και τις κρίσεις, [που δόθηκαν] διαμέσου τού Μωυσή.

9 Και ο Μανασσής πλάνησε τον Ιούδα και τους κατοίκους τής Ιερουσαλήμ, ώστε να πράττουν πονηρότερα από τα έθνη, που ο Κύριος είχε αφανίσει μπροστά από τους γιους Ισραήλ.

10 Και ο Κύριος μίλησε στον Μανασσή, και στον λαό του· όμως, δεν έδωσαν προσοχή.

11 Γι’ αυτό, έφερε εναντίον τους ο Κύριος τους άρχοντες του στρατού τού βασιλιά τής Ασσυρίας, και έπιασαν τον Μανασσή ανάμεσα στους θάμνους, και αφού τον έδεσαν με αλυσίδες, τον έφεραν στη Βαβυλώνα.

12 Και ενώ ήταν μέσα σε θλίψη, ικέτευσε τον Κύριο τον Θεό του, και ταπεινώθηκε υπερβολικά μπροστά στον Θεό των πατέρων του,

13 και προσευχήθηκε σ’ αυτόν· τότε, ο Θεός τον ελέησε, και άκουσε τη δέησή του, και τον επανέφερε στην Ιερουσαλήμ, στο βασίλειό του. Τότε, γνώρισε ο Μανασσής ότι ο Κύριος αυτός [είναι] ο Θεός.

14 Και ύστερα απ’ αυτό, οικοδόμησε ένα τείχος έξω από την πόλη τού Δαβίδ, προς δυσμάς τού Γιών, στην κοιλάδα, μέχρι την ιχθυϊκή είσοδο της πύλης, και περικύκλωσε το Οφήλ, και το ύψωσε σε μεγάλο ύψος, και έβαλε πολέμαρχους σε όλες τις οχυρωμένες πόλεις τού Ιούδα.

15 Και αφαίρεσε τους ξένους θεούς, και την εικόνα από τον οίκο τού Κυρίου, και όλα τα θυσιαστήρια, που είχε οικοδομήσει επάνω στο βουνό τού Κυρίου, και στην Ιερουσαλήμ· και [τα] έρριξε έξω από την πόλη.

16 Και ανόρθωσε το θυσιαστήριο του Κυρίου, και θυσίασε επάνω σ’ αυτό θυσίες ειρηνικές και ευχαριστήριες, και πρόσταξε τον Ιούδα να λατρεύει τον Κύριο τον Θεό τού Ισραήλ.

17 Ο λαός, όμως, θυσίαζε ακόμα επάνω στους ψηλούς τόπους, όμως μόνον στον Κύριο τον Θεό τους.

18 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Μανασσή, και η προσευχή του, που έκανε στον Θεό του, και τα λόγια των βλεπόντων, που του μίλησαν στο όνομα του Κυρίου τού Θεού τού Ισραήλ, δέστε, είναι [γραμμένα] στα χρονικά τών βασιλιάδων τού Ισραήλ.

19 Και η προσευχή του, και [πώς] εισακούστηκε, και όλες οι αμαρτίες του, και η αποστασία του, και τα μέρη όπου είχε οικοδομήσει ψηλούς τόπους, και είχε στήσει τα άλση και τα γλυπτά, πριν ταπεινωθεί, δέστε, είναι γραμμένα στα λόγια τών βλεπόντων.

20 Και ο Μανασσής κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και τον έθαψαν στο σπίτι του· και αντ’ αυτού βασίλευσε ο Αμμών, ο γιος του.

21 Ο ΑΜΜΩΝ [ήταν] ηλικίας 22 χρόνων όταν βασίλευσε, και βασίλευσε δύο χρόνια στην Ιερουσαλήμ.

22 Και έπραξε πονηρά μπροστά στον Κύριο, όπως είχε πράξει ο Μανασσής, ο πατέρας του· και ο Αμμών θυσίαζε σε όλα τα γλυπτά, που είχε κάνει ο πατέρας του, ο Μανασσής, και τα λάτρευε·

23 και δεν ταπεινώθηκε μπροστά στον Κύριο, όπως είχε ταπεινωθεί ο πατέρας του, ο Μανασσής· αλλ’ αυτός, ο Αμμών, ανόμησε περισσότερο και περισσότερο.

24 Και οι δούλοι του συνωμότησαν εναντίον του, και τον θανάτωσαν μέσα στο σπίτι του.

25 Και ο λαός τής γης θανάτωσε όλους εκείνους που είχαν συνωμοτήσει ενάντια στον βασιλιά Αμμών· και ο λαός τής γης έκανε, αντ’ αυτού, βασιλιά τον Ιωσία, τον γιο του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 33

ΑΦΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΑ

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 ·

11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 ·

20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 ·

31 · 32 · 33 · 34 · 35 · 36

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

ΓΕΝΕΣΗΕΞΟΔΟΣΛΕΥΙΤΙΚΟΑΡΙΘΜΟΙΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ

ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗΚΡΙΤΕΣΡΟΥΘ(Α) ΣΑΜΟΥΗΛ(Β) ΣΑΜΟΥΗΛ

(Α) ΒΑΣΙΛΕΩΝ(Β) ΒΑΣΙΛΕΩΝ(Α) ΧΡΟΝΙΚΩΝ(Β) ΧΡΟΝΙΚΩΝ

ΕΣΔΡΑΣΝΕΕΜΙΑΣΕΣΘΗΡΙΩΒΨΑΛΜΟΙΠΑΡΟΙΜΙΕΣ

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝΗΣΑΪΑΣΙΕΡΕΜΙΑΣΘΡΗΝΟΙ

 ΙΕΖΕΚΙΗΛΔΑΝΙΗΛΩΣΗΕΙΩΗΛΑΜΩΣΑΒΔΙΟΥΙΩΝΑΣ

ΜΙΧΑΙΑΣΝΑΟΥΜΑΒΑΚΟΥΜΣΟΦΟΝΙΑΣ

 ΑΓΓΑΙΟΣΖΑΧΑΡΙΑΣΜΑΛΑΧΙΑΣ

ΕΑΝ ΤΟ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ-(Β) ΧΡΟΝΙΚΩΝ- ΚΕΦ  32

αναρτήθηκε σε: ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ | 0

 

 

1 ΥΣΤΕΡΑ από τα πράγματα αυτά, κι αυτή την αλήθεια, ο Σενναχειρείμ, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας, ήρθε και μπήκε μέσα στον Ιούδα, και στρατοπέδευσε ενάντια στις οχυρές πόλεις, και είπε να τις υποτάξει στον εαυτό του.

2 Και ο Εζεκίας, βλέποντας ότι ήρθε ο Σενναχειρείμ, και σκοπός του ήταν να πολεμήσει εναντίον τής Ιερουσαλήμ,

3 έκανε συμβούλιο με τους άρχοντές του, και μαζί με τους δυνατούς του, να φράξει τα νερά των πηγών, που [ήσαν] έξω από την πόλη· και συνεργάστηκαν μαζί του.

4 Και συγκεντρώθηκε πολύς λαός, και έφραξαν όλες τις πηγές, και τον ποταμό που έρρεε διαμέσου τής γης, λέγοντας: Για ποιον λόγο, όταν έρθουν οι βασιλιάδες τής Ασσυρίας, να βρουν πολύ νερό;

5 Και αφού ενδυναμώθηκε, ανοικοδόμησε ολόκληρο το χαλασμένο τείχος, και το ανύψωσε μέχρι τους πύργους, και επισκεύασε ένα άλλο τείχος έξω, και επισκεύασε τη Μιλλώ, την πόλη τού Δαβίδ, και έκανε πολλά όπλα και επιμήκεις ασπίδες.

6 Και έβαλε πολέμαρχους επικεφαλής τού λαού, και τους συγκέντρωσε κοντά του στην πλατεία τής πύλης τής πόλης, και μίλησε σύμφωνα με την καρδιά τους, λέγοντας:

7 Ρνδυναμώνεστε και γίνεστε ανδρείοι, μη φοβηθείτε, ούτε να τρομάξετε, από το πρόσωπο του βασιλιά τής Ασσυρίας, και από το πρόσωπο όλου τού πλήθους αυτών που είναι μαζί του· επειδή, περισσότεροι είναι μαζί μας παρά μαζί του·

8 μαζί του είναι σάρκινοι βραχίονες· μαζί μας, όμως, είναι ο Κύριος ο Θεός μας, για να μας βοηθάει, και να μάχεται τις μάχες μας. Και ο λαός ενθαρρύνθηκε με τα λόγια τού Εζεκία, του βασιλιά τού Ιούδα.

9 Ύστερα απ’ αυτά, ο Σενναχειρείμ, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας, (ενώ αυτός, έχοντας μαζί του όλη τη δύναμή του, πολιορκούσε τη Λαχείς), έστειλε τους δούλους του, στην Ιερουσαλήμ, στον Εζεκία, τον βασιλιά τού Ιούδα, που ήταν στην Ιερουσαλήμ, λέγοντας:

10 Έτσι λέει ο Σενναχειρείμ, ο βασιλιάς τής Ασσυρίας: Σε τι έχετε πεποίθηση και κάθεστε, ενώ είστε πολιορκημένοι στην Ιερουσαλήμ;

11 Δεν σας εξαπατάει ο Εζεκίας για να σας παραδώσει σε θάνατο από πείνα και από δίψα, λέγοντας: Ο Κύριος ο Θεός μας θα μας ελευθερώσει από το χέρι τού βασιλιά τής Ασσυρίας;

12 Αυτός ο ίδιος ο Εζεκίας δεν σήκωσε τους ψηλούς τόπους του, και τα θυσιαστήριά του, και είπε στον Ιούδα και στην Ιερουσαλήμ, λέγοντας: Μπροστά σε ένα θυσιαστήριο μόνον θα προσκυνάτε, κι επάνω σ’ αυτό θα θυμιάζετε;

13 Δεν ξέρετε τι έχω κάνει εγώ, και οι πατέρες μου, σε όλους τούς λαούς τής γης; Μπόρεσαν οι θεοί των εθνών τής γης να λυτρώσουν τούς τόπους τους από το χέρι μου;

14 Ποιος απ’ όλους τους θεούς εκείνων των εθνών, που οι πατέρες μου εξολόθρευσαν, μπόρεσε να λυτρώσει τον λαό του από το χέρι μου, ώστε ο Θεός σας να μπορέσει να σας λυτρώσει από το χέρι μου;

15 Τώρα, λοιπόν, ας μη σας πλανάει ο Εζεκίας, και ας μη σας εξαπατάει έτσι, και μη τον πιστεύετε· επειδή, κανένας θεός κανενός έθνους ή βασιλείας δεν μπόρεσε να λυτρώσει τον λαό του από το χέρι μου, και από το χέρι των πατέρων μου· πολύ λιγότερο θα μπορέσει ο Θεός σας να σας λυτρώσει από το χέρι μου.

16 Κι ακόμα περισσότερα μίλησαν οι δούλοι του ενάντια στον Κύριο τον Θεό, και ενάντια στον δούλο του τον Εζεκία.

17 Έγραψε και επιστολές για να ονειδίσει τον Κύριο τον Θεό τού Ισραήλ, και να μιλήσει εναντίον του, λέγοντας: Όπως οι θεοί των εθνών τής γης δεν λύτρωσαν τον λαό τους από το χέρι μου, έτσι και ο Θεός τού Εζεκία δεν θα λυτρώσει τον λαό του από το χέρι μου.

18 Τότε, βόησαν με μεγάλη φωνή, Ιουδαϊστί, προς τον λαό τής Ιερουσαλήμ, που ήταν επάνω στο τείχος, για να τους φοβίσουν και να τους ταράξουν, ώστε να κυριεύσουν την πόλη·

19 και μίλησαν εναντίον τού Θεού τής Ιερουσαλήμ, όπως είχαν κάνει ενάντια στους θεούς τής γης, που είναι έργα χεριών ανθρώπων.

20 Και ο βασιλιάς Εζεκίας προσευχήθηκε γι’ αυτά, και ο προφήτης Ησαϊας, ο γιος τού Αμώς, και βόησαν προς τον ουρανό.

21 Και ο Κύριος έστειλε έναν άγγελο, που αφάνισε όλους τους ισχυρούς με δύναμη, και τους άρχοντες, και τους στρατηγούς μέσα στο στρατόπεδο του βασιλιά τής Ασσυρίας. Και επέστρεψε στη γη του, με καταντροπιασμένο το πρόσωπο. Και όταν μπήκε στον οίκο τού θεού του, εκείνοι που βγήκαν από τα σπλάχνα του, τον θανάτωσαν εκεί με μάχαιρα.

22 Και ο Κύριος έσωσε τον Εζεκία, και τους κατοίκους τής Ιερουσαλήμ, από το χέρι τού Σενναχειρείμ, του βασιλιά τής Ασσυρίας, και από το χέρι όλων, και τους ασφάλισε ολόγυρα.

23 Και πολλοί έφεραν δώρα προς τον Κύριο στην Ιερουσαλήμ, και πολύτιμα πράγματα στον Εζεκία, τον βασιλιά τού Ιούδα· και από τότε μεγαλύνθηκε μπροστά σε όλα τα έθνη.

24 Κατά τις ημέρες εκείνες, ο Εζεκίας αρρώστησε μέχρι θανάτου· και προσευχήθηκε στον Κύριο· και τον εισάκουσε, και του έδωσε ένα σημάδι.

25 Όμως, ο Εζεκίας δεν ανταπέδωσε σύμφωνα με την ευεργεσία που του έγινε· επειδή, υψώθηκε η καρδιά του· γι’ αυτό, ήρθε οργή επάνω του, κι επάνω στον Ιούδα και στην Ιερουσαλήμ.

26 Και για την έπαρση της καρδιάς του, ο Εζεκίας ταπεινώθηκε, αυτός και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, και δεν ήρθε επάνω τους, στις ημέρες του Εζεκία, η οργή τού Κυρίου.

27 Και ο Εζεκίας απέκτησε πλούτο και μεγάλη δόξα, σε υπερβολικό βαθμό· και έκανε στον εαυτό του θησαυρούς από ασήμι, και χρυσάφι, και πολύτιμες πέτρες, και αρώματα, και ασπίδες, και από κάθε είδος επιθυμητά σκεύη·

28 και αποθήκες για το εισόδημα του σιταριού, και του κρασιού, και του λαδιού· και σταύλους για κτήνη κάθε είδους, και μάνδρες για κοπάδια.

29 Και έκανε πόλεις για τον εαυτό του, και απέκτησε πρόβατα και βόδια σε πλήθος· επειδή, ο Θεός έδωσε σ’ αυτόν περιουσία υπερβολικά μεγάλη.

30 Ακόμα, αυτός ο Εζεκίας έφραξε την επάνω έξοδο των νερών τού Γιών, και τα κατεύθυνε προς τα κάτω, δυτικά από την πόλη τού Δαβίδ. Και ο Εζεκίας ευοδώθηκε σε όλα τα έργα του.

31 Με τους πρεσβευτές, όμως, των αρχόντων της Βαβυλώνας, που έστειλαν σ’ αυτόν για να ερευνήσουν για το θαύμα που είχε γίνει στη γη, ο Θεός τον εγκατέλειψε, για να τον δοκιμάσει, ώστε να γνωρίσει όλα όσα [ήσαν] μέσα στην καρδιά του.

32 Και οι υπόλοιπες πράξεις τού Εζεκία, και τα ελέη του, δέστε, είναι γραμμένα στην όραση του προφήτη Ησαϊα, του γιου τού Αμώς, στο βιβλίο των βασιλιάδων τού Ιούδα, και του Ισραήλ.

33 Και ο Εζεκίας κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του, και τον έθαψαν στον πιο ψηλό από τους τάφους των γιων τού Δαβίδ· και ολόκληρος ο Ιούδας και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ τού έκαναν στον θάνατό του τιμές· και αντ’ αυτού βασίλευσε ο Μανασσής, ο γιος του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 32

ΑΦΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΑ

1 · 2 · 3 · 4 · 5 · 6 · 7 · 8 · 9 · 10 ·

11 · 12 · 13 · 14 · 15 · 16 · 17 · 18 · 19 ·

20 · 21 · 22 · 23 · 24 · 25 · 26 · 27 · 28 · 29 · 30 ·

31 · 32 · 33 · 34 · 35 · 36

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

ΓΕΝΕΣΗΕΞΟΔΟΣΛΕΥΙΤΙΚΟΑΡΙΘΜΟΙΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ

ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗΚΡΙΤΕΣΡΟΥΘ(Α) ΣΑΜΟΥΗΛ(Β) ΣΑΜΟΥΗΛ

(Α) ΒΑΣΙΛΕΩΝ(Β) ΒΑΣΙΛΕΩΝ(Α) ΧΡΟΝΙΚΩΝ(Β) ΧΡΟΝΙΚΩΝ

ΕΣΔΡΑΣΝΕΕΜΙΑΣΕΣΘΗΡΙΩΒΨΑΛΜΟΙΠΑΡΟΙΜΙΕΣ

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝΗΣΑΪΑΣΙΕΡΕΜΙΑΣΘΡΗΝΟΙ

 ΙΕΖΕΚΙΗΛΔΑΝΙΗΛΩΣΗΕΙΩΗΛΑΜΩΣΑΒΔΙΟΥΙΩΝΑΣ

ΜΙΧΑΙΑΣΝΑΟΥΜΑΒΑΚΟΥΜΣΟΦΟΝΙΑΣ

 ΑΓΓΑΙΟΣΖΑΧΑΡΙΑΣΜΑΛΑΧΙΑΣ

ΕΑΝ ΤΟ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ