Πάτερ Θεόφιλος: Η προσευχή και τα καρύδια

αναρτήθηκε σε: ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ | 0

Ένας άνθρωπος ζούσε μόνος στο αγρόκτημά του. Κάποια στιγμή αισθάνθηκε την ανάγκη να κάνει μια απλή προσευχή. Το μεσημέρι, πριν το φαγητό. Και το βράδυ πριν κοιμηθεί.

 

Μια μέρα αποφάσισε να κρατά λογαριασμό των προσευχών του! Έτσι, για κάθε προσευχή που έκανε, έβαζε ένα καρύδι μέσα σε ένα γυάλινο βάζο.

 

Αυτό συνεχίσθηκε για χρόνια. Το σπίτι του γεωργού γέμισε ράφια με γυάλινα βάζα γεμάτα καρύδια. Και καθώς ο αριθμός τους όλο αύξανε, ο άνθρωπός μας αισθανόταν όλο και μεγαλύτερη ικανοποίηση.

 

Του φαινόταν, σαν να μεγάλωνε η περιουσία του!

 

Τότε είδε ένα όνειρο: Ο Χριστός στάθηκε μπροστά του και τον ρώτησε: «Τι σημαίνουν όλα αυτά τα γεμάτα βάζα;»

 

Ο γεωργός απάντησε: «Κύριε, κάθε καρύδι αντιπροσωπεύει μια προσευχή».

 

Και τότε ο Χριστός του είπε: «Πάρε ένα σφυρί και σπάσε όλα τα καρύδια, ένα προς ένα».Αμέσως εκείνος υπάκουσε.

 

Τι έκπληξη όμως! Όλα τα καρύδια ήταν κούφια! Από τόσα καρύδια έμεινε μόνο ένας μεγάλος σωρός από τσόφλια!

 

Τότε ο Χριστός του είπε: «Οι προσευχές σου ήταν το ίδιο κούφιες. Γιατί τις είχες καταντήσει μια τυπική παγερή συνήθεια. Τις έλεγες μόνο με το στόμα, χωρίς να τις αισθάνεσαι με τον νου και την καρδιά σου!».

 

Αλήθεια, πόσες φορές την παθαίνουμε σαν τον άνθρωπο της ιστορίας μας! Πόσες φορές, την ώρα της προσευχής – στο σπίτι ή ακόμη και στην Εκκλησία – το μυαλό μας «κάνει περίπατο» σε χίλια – δυο θέματα;

 

Μερικοί μάλιστα θεωρούν αρκετή προσευχή να ανάψουν ένα κερί, όταν τύχη να περάσουν από μια εκκλησία.

 

Και μετά απορούμε, γιατί το Ευαγγέλιο δεν φέρνει στην ζωή μας την αλλαγή, που υποσχέθηκε ο Χριστός!

 

 

Τι σημαίνει αληθινή προσευχή; Και πως επιτυγχάνεται;

 

Ας ακούσωμε, τι λέει ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (1886-1938), άνθρωπος αδιάλειπτης θερμής προσευχής:

 

*Όποιος αγαπά τον Θεό, εκείνος μπορεί να σκέπτεται Αυτόν ημέρα και νύκτα. Γιατί το να αγαπάς τον Θεό, δεν παρεμποδίζει καμία εργασία.

 

Οι Πατέρες ωνόμασαν την προσευχή «τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστημών». Ας φροντίσουμε σιγά-σιγά να την μάθουμε.

 

Ας αγωνιστούμε με υπομονή. Για να μη βρεθούν οι προσευχές μας την φοβερή ημέρα της Κρίσεως «κούφια καρύδια».

ΕΑΝ ΤΟ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ

Πάτερ θεόφιλος : Ένα όμορφο παραμύθι για την αγάπη

αναρτήθηκε σε: ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ | 0

Ένα από τα πιο γλυκά παραμύθια που αξίζει την προσοχή μας…γιατί στα παραμύθια κρύβονται οι μεγαλύτερες αλήθειες της ζωής!

 

Ήταν που λέτε μια φορά κι ένα καιρό ένα  σκιουράκι. Ούτε όμορφο, ούτε άσχημο. Ούτε έξυπνο, ούτε κουτό. Ένα συνηθισμένο σκιουράκι ήτανε, που θα ‘μοιαζε μ’ όλα τα’ άλλα, αν δεν είχε μια παράξενη συνήθεια. Μόλις σουρούπωνε, το ‘σκαγε απ΄ τη φωλιά του και πήγαινε και στηνότανε στην άκρη του δάσους, δίπλα στο ποτάμι, καρτερώντας τα ζώα που πήγαιναν να πιουν νερό…

 

Περνούσαν λέαινες, ζαρκάδια κι αρκούδες και λαγοί κι ασβοί και βατραχάκια… Το σκιουράκι ένιωθε πως με όλα έμοιαζε λιγάκι, πως όλα τους είχανε κάτι όμορφο, κάτι ξεχωριστό. Έτσι, τα σταματούσε όλα, τα κοίταζε στα μάτια και τα ρωτούσε:

 

– Μπορείς να μ’ αγαπάς;

Τα πιο πολλά γελούσαν. Αλλά δεν έμπαιναν στον κόπο να απαντήσουν. Και άλλα του απαντούσαν: Δεν έχω χρόνο…Και άλλα του απαντούσαν: δεν ξέρω τι είναι ν’ αγαπάς…

Κι αυτό γινόταν κάθε σούρουπο κι έτσι είχαν τα πράγματα, ώσπου μια μέρα, το σκιουράκι ξαναρώτησε και τότε ένας ασβός του χαμογέλασε και του είπε:

 

– Μπορώ. Έλα να αγαπηθούμε.

– Μπορείς; Πόσο χαίρομαι! Πες μου, όμως, τι πά’ να πει ν’ αγαπηθούμε;

– Λοιπόν, το πιο σπουδαίο είναι να μη βιαστείς να καταλάβεις. Και τώρα άκου: Ν’ αγαπηθούμε, πρώτα-πρώτα πά’ να πει να κοιταζόμαστε στα μάτια.

 

Κι έτσι κοιταζόταν στα μάτια για μερόνυχτα…

– Τώρα αγαπιόμαστε;

– Όχι βέβαια. Αλίμονο αν ήταν τόσο απλό.

Ν’ αγαπηθούμε πά’ να πει να φτιάξουμε κάτι μαζί.

Κι έφτιαξαν πράγματα μαζί. Κι ήταν τόσο χαρούμενα!…

 

– Τι ωραίο να σ’ αγαπάω! Τώρα δεν αγαπιόμαστε;

– Όχι ακόμα. Γιατί ν’ αγαπηθούμε πά’ να πει και να ‘χουμε κάτι ο ένας απ’ τον άλλον. Δώσ’ μου λίγο απ’ το καστανόμαυρο τρίχωμά σου κι εγώ θα σου δώσω απ΄ το κίτρινο των ματιών μου.

Κι έκαναν έτσι…

Το σκιουράκι καθρεφτίστηκε στα μάτια του ασβού και καμάρωσε την κίτρινη λάμψη τους στα δικά του μάτια. Κι ύστερα του χάρισε το πιο γλυκό καστανόμαυρο τρίχωμα που είχε στην πλάτη του.

 

– Τώρα αγαπιόμαστε;

– Όχι, όχι ακόμα. Μας μένει το πιο δύσκολο. Πρέπει να αγκαλιαστούμε σφιχτά, πολύ σφιχτά, και να τρέξουμε στον ήλιο, καβαλώντας μιαν αχτίδα από φως. Έλα, με το ένα, με το δύο, με το τρία, να προλάβουμε αυτήν εκεί την αχτίδα.

– Ένα, δύο, τρία, εεεεεεεεεεεεεε… ωπ!

– Τώρα αγαπιόμαστε;

– Τώρα ναι αγαπιόμαστε.

Και που λέτε, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, κάπως έτσι έγινε κι έτρεχαν για τον ήλιο. Κι άρχισε να πέφτει βροχή, γλυκιά σα μέλι. Ήταν τα δάκρυα της χαράς τους, που απ’ την τεράστια ταχύτητα – που ζάλισε όλα τα πουλιά κι όλα τ’ αστέρια – έγιναν ένα… Κι ύστερα βγήκε ένα ουράνιο τόξο τόσο λαμπερό, που όλοι στη γη βάλανε το χέρι πάνω από τα μάτια να μην τυφλωθούνε, κι αναρωτιόντουσαν τι είχε συμβεί πάνω απ’ τα σύννεφα…

 

Και πέρασε καιρός. Να ‘τανε χρόνια, να ‘τανε ένα λεπτό μονάχα, κανένας δε θα μπορούσε να μας πει, γιατί ο χρόνος ήταν άχρονος, μέχρι που ο ασβός ψιθύρισε:

 

– Κουράστηκα. Μη σου κακοφανεί. Μπορεί και να ζαλίστηκα απ’ το τρέξιμο.Θα ‘θελα να γυρίσω πίσω.

– Κουράστηκες; Όμως, δεν τρέχουμε πατώντας στο χώμα. Είναι το φως που μας κρατά …;και είναι σαν να πετάμε δίχως κούραση να καταπονεί τα μικρά μας πόδια. Δεν είναι κουραστικό.

– Για μένα είναι. Έπειτα το ‘χω ξανακάνει. Λίγοι το αντέχουν δεύτερη φορά. Είν’ επικίνδυνο. Γυρίζω πίσω…

 

Αυτά είπε. Και με μεγάλη ευκολία, πήδηξε σ’ ένα μετεωρίτη που κατέβαινε στη γη και χάθηκε…

– Μη φεύγεις, φώναξε το σκιουράκι. Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω ποτέ πια να σταματήσω, κι είν’ αστείο να τρέχω μόνος μου στον ουρανό…

Όμως, τη φωνή του την άκουσε μονάχα το σκοτάδι, κι ίσως – δε σας τ’ ορκίζομαι  το φεγγαράκι που πρόβαλε πίσω από ένα σύννεφο δειλά.

 

– Εεεεεεε… ωωωωωωωωωωπ… Είναι κανείς εδώ; Δεν έχει νόημα πια να πάω στον ήλιο. Ποιος θα μπορούσε να μου πει πώς θα ξαναγυρίσω πίσω;

Αλλά το σύμπαν εκείνη τη στιγμή ήτανε άδειο, κι έτσι απάντηση δεν πήρε παρα μόνο σιωπή.

– Μου φαίνεται πως τώρα τρέχω πιο γρήγορα από πρώτα.

 

Κι άρχισα να κρυώνω. Κι αν τρέχω έτσι μόνο μου για πάντα; Εεεεεεε… με ακούει κανείς;… Βοήθεια! Δεν είναι κανείς εδώ;

 

Τότε, μια μικρή φωνούλα έφτασε στ’ αφτιά του, τόσο γλυκιά και σιγανή σα να ‘βγαινε από μέσα του.

 

– Ψιτ, ψιτ! Σκιουράκι!

– Μου μίλησε κανείς; Τίποτε δεν βλέπω.

– Ψιτ, εδώ δίπλα στην κοιλιά σου. Είμαι η ηλιαχτίδα που σε μετέφερε μαζί με τον ασβό βόλτα στον Γαλαξία.

 

Ακόμα πάνω μου τρέχεις. Ακου. Μόνο εγώ μπορώ να σε γυρίσω πίσω. Πρώτα θα μπούμε σε τροχιά γύρω από τη γη, ύστερα σιγά-σιγά θα κατέβουμε. Μόνο που ‘χω τρέξει άπειρα χιλιόμετρα κι η ενέργειά μου έχει σχεδόν εξαντληθεί. Για να γυρίσουμε πρέπει να θυσιάσεις κάτι από σένα, να το καίω, να γεμίζω τις μπαταρίες μου, να προχωράμε…

 

– Ότι πεις. Τι θες να θυσιάσω;

– Ξέρω κι εγώ;Το τρίχωμά σου, τις  μικρές πατούσες σου, ένα κομμάτι από την καρδιά σου…

– Το τρίχωμά μου, οι πατούσες μου, δικά σου. Μόνο που καρδιά δεν έχω πια. Την πήρε ο ασβός μαζί του. Κι αυτό δεν αλλάζει…

– Εντάξει, παίρνω τις μικρές σου  πατούσες , δεν το θέλω μα δεν γίνεται αλλιώς. Ελπίζω να μας φτάσουν. Έκαψε την πρώτη… Πονάς το ξέρω. Μην κλαις, δεν το αντέχω. Ησύχασε. Κρατήσου τώρα. Αλλάζουμε πορεία.

 

Κι έτσι μπήκανε σε τροχιά… Το σκιουράκι μ’ ένα πόδι, κοίταζε τη γη – τόσο μικρούλα – κι όμως του φαινότανε πως διέκρινε στο δάσος τον ασβό του.

Κι ήταν το κέντρο της γης ο ασβός γι’ αυτό. Μόνο εκείνος μέτραγε εκεί κάτω. Τίποτ’ άλλο.

 

– Παράξενο να μπαίνεις σε τροχιά. Το κέντρο της ζωής σου είν’ αυτό το κάτι που τρέχεις γύρω του. Κι όμως είν’ άσκοπο να τρέχεις, γιατί δεν μπορείς να το φτάσεις, ούτε και να ξεφύγεις απ’ αυτό…

– Σσσσσσστ! Μη μιλάς, δάγκωσε τα χείλη, είπε η λιαχτίδα.

 

Συνέχισε να καίει τα μικρά ποδαράκια του σκίουρου. Καταβαίνουμε…

Κι αρχίσανε να κατεβαίνουν κάνοντας τούμπες στον αέρα,μέσα σε ρεύματα τόσο τρελά, που όλα δείχνουν πως δίχως άλλο θα γκρεμοτσακιστούνε. Το σκιουράκι δίχως πόδια, κι η γη να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, το δάσος να φαίνεται πια καθαρά, τα δένδρα, τα πουλάκια, το ποτάμι και ξαφνικά…

 

Πλατς!… Και μετά τίποτα…

Όταν το σκιουράκι, ύστερα από ώρα, άρχισε να συνέρχεται, πόναγε σ’ όλο του το κορμί. Όμως κατάλαβε πως κάποιος ήταν κοντά του και το φρόντιζε με επιθέματα  επάνω στις πληγές του, και του ‘βαζε κομπρέσες κι επιδέσμους και το χάιδευε στοργικά…

 

– Ο ασβός μου, σκέφτηκε κι άνοιξε τα μάτια.

 

Όμως, είδε  τότε ένα κάστορα που ούτε τον είχε ματαδεί ποτέ. Ήταν ένας μικρόσωμος κανελής κάστορας μ’ αστεία μουσούδα, και το βλέμμα του ήταν τόσο φωτεινό, που σαν σε κοιτούσε νόμιζες πως λαμπύριζαν πυγολαμπίδες στη ματιά του. Κι είχε ένα χαμόγελο τόσο, μα τόσο τρυφερό, και το σκιουράκι πλημμυρισμένο από ευγνωμοσύνη δάκρυσε. Κοιταζόταν σιωπηλά ώρα πολλή. Ύστερα, ο κάστορας ρώτησε κάτι που το σκιουράκι άπειρες φορές είχε ρωτήσει πιο παλιά, όταν ήταν ανυποψίαστο για όλα…

 

– Μπορείς να μ’ αγαπάς;

Το σκιουράκι αναστέναξε, χωρίς καθόλου λύπη.

– Φοβάμαι πως δεν μπορώ.Δεν έχω πια καρδιά για ν’ αγαπήσω…

– Δεν πειράζει. Αν το θες, θα σου δώσω ένα κομμάτι απ’τη δικιά μου.

– Όμως ν’ αγαπηθούμε πά’να πει να τρέχουμε μαζί – κι εγώ δεν έχω πόδια.

– Να τρέχουμε, έτσι άσκοπα, γιατί;

– Ν’ αγαπηθούμε πά’ να πει να κάνουμε μαζί ένα δρόμο, όπως μπορούμε. Το πιο σπουδαίο είναι να ‘μαστε οι δυο μας, και όχι πόσο γρήγορα θα τρέχουμε, ούτε που θα πάμε…

 

Μικρό μου σκιουράκι, αν μπορείς να μ’αγαπάς, θα σου φτιάξω ξυλοποδαρα από αγριοτριανταφυλλιά.

Κι αν δε θες, θα σε μάθω να περπατάς με τα χέρια.

Κι αν κουραστείς, θα σε πάρω αγκαλιά …

Και θα μαι εγώ εσύ κι εσύ εγώ…

Και δε θα ξέρουμε αν είσαι εσύ ή εγώ, εγώ ή εσύ…

Θα ‘μαστε εμείς…

Τι έγινε μετά, κανείς δεν έμαθε στα σίγουρα – κι εγώ που να το ξέρω; Λένε πως τους είδανε να φεύγουνε για την Ανατολή, περπατώντας με τα χέρια, και να γελάνε, να γελάνε… Ο απόηχος απ’ το γέλιο τους ξέμεινε στα φυλλώματα των δένδρων – λένε… Πάντως, ποτέ – μα ποτέ – κανείς πια δεν τους ξανάδε..

ΕΑΝ ΤΟ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ

ΕΝΑ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΜΕ ΠΟΛΛΗ ΣΗΜΑΣΙΑ

αναρτήθηκε σε: ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ | 0

 

Αγαπημένε μου και αγαπημένη μου.

 

 

Σε παρακολούθησα χθες, στην κουραστική και ανιαρή σου καθημερινότητα, και, δεν στο κρύβω, χάρηκα ιδιαίτερα.

 

Πρώτα σε είδα να σηκώνεσαι το πρωί και να ξεκινάς τη μέρα σου χωρίς προσευχή, και αυτό, πίστεψέ με, με γέμισε χαρά. Αν θυμάμαι καλά, ούτε το προηγούμενο βράδυ σε είδα να γονατίζεις να κλείσεις τη μέρα σου με προσευχή, ούτε καν πριν από το φαγητό σου δεν προσεύχεσαι πια και μου αρέσει πολύ αυτό, με κάνει ιδιαίτερα ευτυχισμένο.

 

 

Δεν βρίσκω λόγια να σου εκφράσω πόση χαρά μου δίνει να βλέπω τη ζωή σου να αλλάζει… Οι σκέψεις σου, οι προτιμήσεις σου, οι κινήσεις σου, οι επιλογές σου, το περιεχόμενο της κάθε σου μέρας. Ανόητε, δεν το καταλαβαίνεις ότι είσαι δικός μου;

 

 

 

 

Σε παρακολουθώ την ώρα της εκκλησίας, που υποτίθεται ότι πηγαίνεις να ακούσεις ένα κήρυγμα. Εσύ ταξιδεύεις κυριολεκτικά. Όλοι γύρω σου νομίζουν ότι προσέχεις το κήρυγμα, αλλά εσύ σκέφτεσαι τα δικά σου, τις δουλειές σου, τις επιθυμίες σου. Ακόμα και την ώρα της προσευχής μπορεί να σκύβεις το κεφάλι και να κλείνεις τα μάτια, αλλά κάθε άλλο παρά προσεύχεσαι. Συνεχίζεις να σκέφτεσαι τα δικά σου, να καταστρώνεις σχέδια, να επεξεργάζεσαι τις δουλειές σου. Και οι άλλοι γύρω σου σε βλέπουν σκυφτό και νομίζουν ότι προσεύχεσαι μαζί τους. Σε χαίρομαι που έχεις αρχίσει να ξαναγίνεσαι υποκριτής! Για κάποιο διάστημα το ‘χα χάσει αυτό και με ανησυχούσε πολύ. Τότε που έλεγες όλες αυτές τις ανοησίες ότι αναγεννήθηκες, ότι πίστεψες και έδωσες την καρδιά σου στον Χριστό… Τι λες τώρα, σε ποιον τα λες αυτά; Ποια καρδιά έδωσες; Ρώτα εμένα να σου πω πού είναι καρδιά σου…Ακόμα και την ώρα της κοινωνίας του σώματος και του αίματος του Χριστού, όταν παίρνεις μέρος στο Δείπνο του Κυρίου, εσύ ταξιδεύεις. Είναι φανερό ότι το έχεις συνηθίσει πια και δεν σου λέει τίποτα. Πάλι τις δουλειές σου σκέφτεσαι, πάλι κουβεντούλα έχεις με τον εαυτό σου, πάλι με τα δικά σου ασχολείσαι. Βλέπω ότι άρχισες να το βαριέσαι κιόλας, κι αυτό με χαροποιεί ιδιαίτερα. Μπράβο σου, έχεις κάνει μεγάλη πρόοδο από τότε που σε έχασα για λίγο, και αυτό με κάνει ιδιαίτερα περήφανο… Είσαι άξιος συγχαρητηρίων.

 

 

Δεν στο κρύβω, όταν σε πρωτοείδα να πηγαίνεις στην εκκλησία, να λες ότι μετανόησες για τις αμαρτίες σου, ότι πίστεψες, εγώ ταράχτηκα και ένιωσα ότι σε χάνω. Αλλά δεν σταμάτησα. Με ξέρεις εμένα πόσο υπομονετικός και μεθοδικός είμαι. Από αυτά που βλέπω στη ζωή σου κάθε σου μέρα, είμαι σίγουρος ότι είσαι δικός μας.

 

 

Δε θέλει δα και φοβερή εξυπνάδα για να καταλάβει κανείς πού βρίσκεσαι και ποιο είναι το πραγματικό αφεντικό σου. Είσαι υποκριτής, λες ψέματα, πολλά ψέματα, και μάλιστα με τον πιο φυσικό τρόπο. Λες ψέματα και στον ίδιο τον Θεό. Να σου φανερώσω κάτι, που μάλλον θα σε τρομάξει. Αυτό ούτε εγώ δεν τολμάω να το κάνω. Όταν στέκομαι μπροστά Του, Τού λέω αυτό που πιστεύω στην πονηρή μου καρδιά, που είναι γεμάτη κακία για όλους σας, και για Εκείνον. Αλλά ψέματα δεν τολμάω να Του πω, εσύ όμως Του λες.

 

 

Βλέπω ότι άρχισες να λερώνεις σιγά-σιγά την…«καθαρή και άγια» καρδιά σου, μπροστά στην τηλεόραση για παράδειγμα, με αυτά που διαλέγεις να παρακολουθείς, ιδιαίτερα τα βράδια, τα περιοδικά που ξεφυλλίζεις ή κρυφοκοιτάς, το περιεχόμενο που έχεις στη σκέψη σου και που ανεβαίνει στην καρδιά σου.

 

 

Έχεις στην καρδιά σου μίσος και ζήλια. Λες ότι σε καθάρισε ο Χριστός, από τι σε καθάρισε; Εγώ, από αυτά που βλέπω στη ζωή σου κάθε μέρα, δεν αντιλαμβάνομαι να ‘χει αλλάξει κάτι επάνω σου, και αυτό με ευχαριστεί ιδιαίτερα. Και κλέβεις όταν μπορείς, και μοιχεύεις, και πάθη έχεις, και αδυναμίες, και το κουτσομπολιό σου αρέσει, και κατηγορείς εύκολα και άδικα τον διπλανό σου, και ασέβεια έχεις, είσαι τεμπέλης, είσαι αδιάφορος, η ζωή σου είναι ένα ελεεινό παράδειγμα στα παιδιά σου. Το βέβαιο είναι ότι αν βγάλει κανείς έξω τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, την υπόλοιπη χρονιά δεν σου λέει τίποτα ο Ιησούς, ούτε που Τον θυμάσαι, ούτε που Τον λογαριάζεις. Μόνη εξαίρεση, αν Τον χρειαστείς για καμιά δουλειά, καμιά εξυπηρέτηση, να βάλει ένα χεράκι… να συγχωρήσει καμιά αμαρτία…

 

 

Είχα δίκιο τελικά, όταν έλεγα σε όλους εδώ στην παρέα, ότι σε ξέρω καλά και ότι πολύ σύντομα θα είσαι πάλι μαζί μας, πάλι δικός μας.

 

Σε βλέπω τώρα πώς κοιτάζεις τον κόσμο μου, πώς σου αρέσουν οι βιτρίνες, τα ακριβά ψώνια, με τι λαχτάρα κοιτάζεις τα πολυτελή, αστραφτερά αυτοκίνητα. Να σου πω κάτι; Έτσι γίνομαι κι εγώ παιδί του Θεού… να Τον έχω δηλαδή να με συγχωρεί, να με βοηθάει, να με ευλογεί, κι εγώ να κρυφοκοιτάζω με αγάπη τον κόσμο. Τελικά δεν είσαι τόσο έξυπνος όσο νόμιζα, γιατί αν ήσουν θα καταλάβαινες ότι αυτά που σκέφτεσαι δεν γίνονται στην πράξη. Μοιρασμένο δεν σε θέλει κανένας μας. Ούτε Αυτός, ούτε εγώ. Σε θέλουμε ολόκληρο και ολόψυχα δικό μας. Εμένα με χαροποιεί ιδιαίτερα να σε βλέπω να παλεύεις να μείνεις ανάμεσα στα δύο, γιατί το ξέρω με σιγουριά ότι απ΄ αυτήν και μόνο την επιλογή της καρδιάς σου φαίνεται ότι είσαι σίγουρα δικός μου…

 

 

Πώς να μην πανηγυρίσω , μετά από τόσον καιρό που κινδύνευσα να σε χάσω, όταν σε βλέπω να γυρίζεις στα ίδια τα δικά μου, τα αγαπημένα έργα του σκοταδιού; Είσαι φίλαυτος, είσαι καμαρωτός εγωιστής, ζεις μόνο για τον εαυτό σου και τα είδωλά σου, μεταχειρίζεσαι πονηριές, αποσιωπάς ή νοθεύεις την αλήθεια από σκοπιμότητα, χρησιμοποιείς ίντριγκες, μεθοδεύσεις, πιστεύεις στον εαυτό σου, αγαπάς τα χρήματα, τα κυνηγάς, λατρεύεις το όμορφο, το ακριβό, το μοντέρνο, στηρίζεσαι σ’ αυτά, τα επιθυμείς, και αδιαφορείς για τον πόνο, την ανάγκη, τα δάκρυα που υπάρχουν γύρω σου.

 

 

ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΕΣ πίσω, στο κόσμο μας, με τους φαρδείς και ευρύχωρους δρόμους, τις ομορφιές του, τις απολαύσεις του και την κατάληξή του, που είναι σίγουρα η αιώνια απώλεια. Θέλω να είμαι πέρα για πέρα ξεκάθαρος μαζί σου. Δεν ξεχνάω ότι πορευτήκαμε μαζί τόσα χρόνια και ότι παραλίγο να σε χάσω, πράγμα που θα μου κόστιζε πολύ. Ο Θεός σε αγαπά ανόητε, γνήσια και ειλικρινά, σε αγαπά με όλη Του την καρδιά και έχει μεγάλα και δοξασμένα σχέδια για εσένα και για αυτή τη ζωή, αλλά και αιώνια στη Βασιλεία Του. Αυτό είναι βέβαιο και το ξέρω καλά. Εγώ αντίθετα σε μισώ, σε μισώ αφάνταστα. Με πέταξε έξω από τον Ουρανό Του και χρησιμοποιώ εσένα και τους άλλους για Τον εκδικηθώ γι’ αυτό που μου έκανε. Θα κάνω τη ζωή σου μίζερη και δυστυχισμένη. Θα ζήσεις από τώρα την κόλαση. Τώρα, που ξέρω ότι είσαι πραγματικά δικός μου, δεν θα σε αφήσω από τα μάτια μου ούτε στιγμή, μέχρι να το εξασφαλίσω ότι θα καταλήξεις σίγουρα στην κόλαση. Αυτό, πίστεψέ με, πονάει πολύ τον Θεό, γιατί είσαι δημιούργημα δικό Του και σε αγαπάει αληθινά, αλλά εμένα, που σε μισώ και μισώ κι Εκείνον, με γεμίζει χαρά και ικανοποίηση αυτή η σκέψη και θα κάνω ό,τι μπορώ να σε πάρω μαζί μου στην αιώνια κόλαση .

 

 

Αυτό το γράμμα είναι ένα γράμμα ευγνωμοσύνης και χαράς για την επιστροφή σου σε μας. Και να ξέρεις ότι έχουμε έτοιμα σχέδια για να σε χρησιμοποιήσουμε να πλανήσεις κι άλλους, πολλούς, και να καταλήξουμε όλοι μαζί μια μέρα στη φωτιά της κόλασης, κάτι που θα κάνει τον Θεό να πονάει ακόμα περισσότερο. Θα σε κάνω εγώ αγνώριστο. Θα σε ρίξω ακόμα πιο βαθιά στο σκοτάδι και στην ντροπή. Θα σε εκδικηθώ, γιατί θέλησες, ανόητε, να φύγεις από τον κόσμο μου και να πας σ’ Εκείνον, που Τον μισώ με όλη μου την ψυχή.

 

 

Τώρα θα πρέπει να φύγω, αλλά θα επιστρέψω σε λίγα λεπτά με άλλο πρόσωπο, για να σε σπρώξω πιο βαθιά στην αμαρτία, να κυλιστούμε και οι δυο μαζί πάλι στο βούρκο, που τόσο αγαπάμε και οι δυο από παλιά. Θα έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα επάνω σου μήπως συνέλθεις και μετανοήσεις και επιστρέψεις σ’ Εκείνον. Θα σε εμποδίσω με όλες μου τις δυνάμεις. Μη με υποτιμάς. Εγώ προσωπικά το προτιμώ, γιατί έτσι γίνομαι πιο αποτελεσματικός, αλλά σε πληροφορώ ότι όσοι με υποτίμησαν έχασαν…

 

 

Εάν πραγματικά με αγαπάς, μη μοιραστείς αυτό το γράμμα μου με άλλους!

 

Σου γράφω με τη βεβαιότητα ότι δεν θα με απογοητεύσεις….

 

Ο ΣΑΤΑΝΑΣ

ΕΑΝ ΤΟ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ

Ο ΠΑΛΙΑΤΖΗΣ

αναρτήθηκε σε: ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ | 0

Οδηγούσε στεναχωρημένος, φορτωμένος στο κεφάλι του από λάθη δικά του. Αμαρτίες, ιστορίες, υπερβολές και πασαλείμματα.

Κολλημένος, όπως ήταν μέσα του, κόλλησε και πίσω από τον παλιατζή, σ’ ένα στενάκι της πόλης, μην μπορώντας να φύγει με ταχύτητα.

«Παλιατζής!» έλεγε ο άλλος από μπροστά. «Φώναξε τον παλιατζή να σου καθαρίσει την αυλή! Υπόγεια, ταράτσες, αποθήκες, αυλές!».

Το στενάκι ατέλειωτο. Το κοντέρ στα είκοσι. Ο παλιατζής τα ίδια τα δικά του.

«Φώναξε τον παλιατζή να σου καθαρίσει την αυλή! Υπόγεια, ταράτσες, αποθήκες, αυλές!».

 

Σηκώνει το χειρόφρενο, κατεβαίνει κάτω, πηγαίνει με ορμή στο τζάμι του παλιατζή.

«Πάρε εμένα, ρε!» του λέει. «Βάλε με από πίσω και πάρε με! Καθάρισε μου υπόγεια, ταράτσες, αποθήκες, αυλές! Τα μέσα μου, ρε! Έχω αμαρτίες, ρε! Με φορτώνεις, ρε, από πίσω;».

Τον κοιτούσε ο παλιατζής. Τι να του πει;

«Εγώ σίδερα παίρνω, κύριε. Για την ψυχή θέλει παπά».

Πάγωσε ο άνθρωπος μπροστά στον παλιατζή. Φτερούγισε, όμως, παγωμένος. Δεν το είχε σκεφτεί. «Σωστά» είπε μετά. «Σ’ ευχαριστώ πολύ» .

Σε δέκα λεπτά, είχε βρει έναν παπά της ενορίας του. Ξομολογήθηκε, ξαλάφρωσε.

Τι ωραία που ήταν μετά…

ΕΑΝ ΤΟ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ