ΤΕΣΤ

αναρτήθηκε σε: ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ | 0

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ-((Α) ΧΡΟΝΙΚΩΝ- ΚΕΦ

a hronikon

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 

ΑΦΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ

 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

ΓΕΝΕΣΗΕΞΟΔΟΣΛΕΥΙΤΙΚΟΑΡΙΘΜΟΙΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ

ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗΚΡΙΤΕΣΡΟΥΘ(Α) ΣΑΜΟΥΗΛ(Β) ΣΑΜΟΥΗΛ

(Α) ΒΑΣΙΛΕΩΝ(Β) ΒΑΣΙΛΕΩΝ(Α) ΧΡΟΝΙΚΩΝ(Β) ΧΡΟΝΙΚΩΝ

ΕΣΔΡΑΣΝΕΕΜΙΑΣΕΣΘΗΡΙΩΒΨΑΛΜΟΙΠΑΡΟΙΜΙΕΣ

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝΗΣΑΪΑΣΙΕΡΕΜΙΑΣΘΡΗΝΟΙ

 ΙΕΖΕΚΙΗΛΔΑΝΙΗΛΩΣΗΕΙΩΗΛΑΜΩΣΑΒΔΙΟΥΙΩΝΑΣ

ΜΙΧΑΙΑΣΝΑΟΥΜΑΒΑΚΟΥΜΣΟΦΟΝΙΑΣ

 ΑΓΓΑΙΟΣΖΑΧΑΡΙΑΣΜΑΛΑΧΙΑΣ

ΕΑΝ ΤΟ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΗΜΟΥΝΑ ΚΑΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ ΘΑ ΕΡΘΕΙΣ

αναρτήθηκε σε: ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ | 0

 

Ένας πατέρας πάντρεψε τον μονάκριβο γιο του και απ΄ την αγάπη που του είχε του έκανε δώρο όλη την περιουσία του, δεν κράτησε τίποτα για τον ίδιο…

 

Οι χαρούμενες στιγμές πέρασαν και για αντάλλαγμα η νύφη του και ο γιος του τον πέταξαν στο υπόγειο να μένει…

 

Έστελναν καθημερινά το παιδί τους να του δίνει ένα πιάτο φαί.

 

Μια μέρα του έδωσαν και μια παλιά κουβέρτα να την πάει στον παππού του.

 

Τότε, το παιδί την κοίταξε για λίγο κι έπειτα πηρέ ένα ψαλίδι και την έκοψε στην μέση…

 

”Γιατί παιδί μου το έκανες αυτό;” του είπε έντονα η μάνα του.

 

”Το κρεβάτι του παππού μου είναι μικρό και η κουβέρτα θα περισσεύει… Θα κρατήσω το μισό κομμάτι για σένα όταν γεράσεις να σκεπάζεσαι κι εσύ με αυτό όπως ο παππούς”.

 

 

Οι γονείς συγκλονίστηκαν. Κατάλαβαν το λάθος τους. Με δάκρυα στα μάτια και με ντροπιασμένο πρόσωπο πήγαν, γονάτισαν μπροστά στον πικραμένο πατέρα και του ζήτησαν συγχώρεση…

Αλήθεια, αδελφοί μου, πόσο δυσάρεστο είναι να βλέπεις γονείς που, ενώ, όσο είχαν τις δυνάμεις τους, γίνονταν θυσία για τα παιδιά τους, τώρα που οι ίδιοι έχουν ανάγκη φροντίδας και αγάπης, να μην βρίσκεται μια γωνιά στο σπίτι των παιδιών τους να τους φιλοξενήσει. Κι αν αυτή βρεθεί θα είναι κάπου απόμερα.

 

Λεγόμαστε Χριστιανοί, μα πολλές φορές, όχι στους εχθρούς μας, μα ούτε σε αυτούς που μας αγαπούν δεν μπορούμε να τους ανταποδώσουμε λίγη αγάπη.

 

Γεμάτα σήμερα τα γηροκομεία από ανεπιθύμητους γονείς.

Πολλοί λένε, “δεν έχω χρόνο να ασχολούμαι”, ή “είναι πολύ παράξενοι οι γονείς μου, δεν θέλω να ανακατεύονται στη ζωή μου”…  πολλοί φτάνουν να πουν “δεν τους αντέχω”! Και ίσως να έχουν δίκιο γιατί δεν είναι όλοι οι γονείς, χαρακτήρες συνεργάσιμοι και διακριτικοί. Επίσης, δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι τον χρόνο, την ικανότητα και την γνώση να φροντίζουν ηλικιωμένους με σοβαρά προβλήματα υγείας.

 

Η χριστιανική αγάπη όμως, όπου υπάρχει, ωθεί τους ανθρώπους να βρίσκουν την καλύτερη λύση για τους γονείς τους, χωρίς να τους απομακρύνουν συναισθηματικά. Και όταν αναγκαστούν να λάβουν πιο ακραία μέτρα, το κάνουν με λύπη και αφού δοκιμάσουν πρώτα να δώσουν οι ίδιοι τον καλύτερο τους εαυτό και τις καλύτερες συνθήκες διαβίωσης που μπορούν, στους ανθρώπους που τους έφεραν στον κόσμο!

 

Οι μικρότεροι μιμούνται τους μεγαλύτερους…

 

Γι’ αυτό, ας γίνουμε όλοι μας καλύτεροι άνθρωποι κι ας μην ξεχνάμε μια σοφή λαϊκή παροιμία που λέει:

 

“Εκεί που είσαι ήμουνα κι εκεί που είμαι θα ‘ρθεις”.

ΕΑΝ ΤΟ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ

ΠΡΟΣΕΞΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΣΟΥ… (μία διδακτική και ωφέλιμη ιστορία)

αναρτήθηκε σε: ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ | 0

 

Κάποτε ήταν ένας βασιλιάς, ο οποίος είχε ένα γιο πονηρό. Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα για αλλαγή προς το καλύτερο, ο πατέρας καταδίκασε τον γιο του σε θάνατο. Του έδωσε ένα μήνα περιθώριο για να προετοιμαστεί. Πέρασε ο μήνας, και ο πατέρας ζήτησε να παρουσιασθεί ο γιος του. Προς μεγάλη του έκπληξη, παρατήρησε πως ο νεαρός ήταν αισθητά αλλαγμένος: το πρόσωπό του ήταν αδύνατο και χλωμό, και ολόκληρο το κορμί του έμοιαζε να είχε υποφέρει.

 

«-Πώς και σου συνέβη τέτοια μεταμόρφωση, γιέ μου;», ρώτησε ο πατέρας.

 

«-Πατέρα μου και κύριέ μου», απάντησε ο γιος, «πώς είναι δυνατόν να μην έχω αλλάξει, αφού η κάθε μέρα με έφερνε πιο κοντά στον θάνατο;».

 

«-Καλώς, παιδί μου», παρατήρησε ο βασιλιάς. «Επειδή προφανώς έχεις έρθει στα συγκαλά σου, θα σε συγχωρήσω. Όμως, θα χρειαστεί να τηρήσεις αυτή την διάθεση επιφυλακής της ψυχής σου, για την υπόλοιπη ζωή σου».

 

«-Πατέρα μου», απάντησε ο γιος, «αυτό είναι αδύνατο. Πώς θα μπορέσω να αντισταθώ στα αμέτρητα ξελογιάσματα και τους πειρασμούς;».

 

Ο βασιλιάς τότε διέταξε να του φέρουν ένα δοχείο γεμάτο λάδι, και είπε στον γιο του: Πάρε αυτό το δοχείο, και μετάφερέ το στα χέρια σου, διασχίζοντας όλους τους δρόμους της πόλεως. Θα σε ακολουθούν δύο στρατιώτες με κοφτερά σπαθιά. Εάν χυθεί έστω και μία σταγόνα από το λάδι, θα σε αποκεφαλίσουν».

 

Ο γιος υπάκουσε. Με ανάλαφρα, προσεκτικά βήματα, διέσχισε όλους τους δρόμους της πόλεως, με τους στρατιώτες να τον συνοδεύουν συνεχώς, και δεν του χύθηκε ούτε μία σταγόνα. Όταν επέστρεψε στο κάστρο, ο πατέρας τον ρώτησε:

 

«-Γιέ μου, τι πρόσεξες καθώς τριγυρνούσες μέσα στους δρόμους της πόλεως;».

 

«-Δεν πρόσεξα τίποτε».

 

«-Τι εννοείς, ‘τίποτε’;», τον ρώτησε ο βασιλιάς. «Σήμερα ήταν μεγάλη γιορτή. Σίγουρα θα είδες τους πάγκους που ήταν φορτωμένοι με πολλές πραμάτειες, τόσες άμαξες, τόσους ανθρώπους, ζώα».

 

«-Δεν είδα τίποτε απ’ όλα αυτά», είπε ο γιος. «Όλη η προσοχή μου ήταν στραμμένη στο λάδι μέσα στο δοχείο. Φοβήθηκα μην τυχόν μου χυθεί μια σταγόνα και έτσι χάσω τη ζωή μου».

 

«-Πολύ σωστή η παρατήρησή σου», είπε ο βασιλιάς. «Κράτα λοιπόν αυτό το μάθημα κατά νου, για την υπόλοιπη ζωή σου. Να τηρείς την ίδια επιφυλακή για την ψυχή μέσα σου, όπως έκανες σήμερα για το λάδι μέσα στο δοχείο. Να στρέφεις τους λογισμούς σου μακριά από εκείνα που γρήγορα παρέρχονται, και να τους προσηλώνεις σε εκείνα που είναι αιώνια. Θα είσαι ακολουθούμενος, όχι από οπλισμένους στρατιώτες, αλλά από τον θάνατο, στον οποίον η κάθε μέρα μας φέρνει πιο κοντά. Να προσέχεις πάρα πολύ να φυλάς την ψυχή σου από όλους τους καταστροφικούς πειρασμούς».

 

Ο γιος υπάκουσε τον πατέρα, και έζησε έκτοτε ευτυχής.

 

«Γρηγορεῖτε, στήκετε ἐν τῇ πίστει, ἀνδρίζεσθε, κραταιοῦσθε».

ΕΑΝ ΤΟ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ

Πάτερ Θεόφιλος: Η προσευχή και τα καρύδια

αναρτήθηκε σε: ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ | 0

Ένας άνθρωπος ζούσε μόνος στο αγρόκτημά του. Κάποια στιγμή αισθάνθηκε την ανάγκη να κάνει μια απλή προσευχή. Το μεσημέρι, πριν το φαγητό. Και το βράδυ πριν κοιμηθεί.

 

Μια μέρα αποφάσισε να κρατά λογαριασμό των προσευχών του! Έτσι, για κάθε προσευχή που έκανε, έβαζε ένα καρύδι μέσα σε ένα γυάλινο βάζο.

 

Αυτό συνεχίσθηκε για χρόνια. Το σπίτι του γεωργού γέμισε ράφια με γυάλινα βάζα γεμάτα καρύδια. Και καθώς ο αριθμός τους όλο αύξανε, ο άνθρωπός μας αισθανόταν όλο και μεγαλύτερη ικανοποίηση.

 

Του φαινόταν, σαν να μεγάλωνε η περιουσία του!

 

Τότε είδε ένα όνειρο: Ο Χριστός στάθηκε μπροστά του και τον ρώτησε: «Τι σημαίνουν όλα αυτά τα γεμάτα βάζα;»

 

Ο γεωργός απάντησε: «Κύριε, κάθε καρύδι αντιπροσωπεύει μια προσευχή».

 

Και τότε ο Χριστός του είπε: «Πάρε ένα σφυρί και σπάσε όλα τα καρύδια, ένα προς ένα».Αμέσως εκείνος υπάκουσε.

 

Τι έκπληξη όμως! Όλα τα καρύδια ήταν κούφια! Από τόσα καρύδια έμεινε μόνο ένας μεγάλος σωρός από τσόφλια!

 

Τότε ο Χριστός του είπε: «Οι προσευχές σου ήταν το ίδιο κούφιες. Γιατί τις είχες καταντήσει μια τυπική παγερή συνήθεια. Τις έλεγες μόνο με το στόμα, χωρίς να τις αισθάνεσαι με τον νου και την καρδιά σου!».

 

Αλήθεια, πόσες φορές την παθαίνουμε σαν τον άνθρωπο της ιστορίας μας! Πόσες φορές, την ώρα της προσευχής – στο σπίτι ή ακόμη και στην Εκκλησία – το μυαλό μας «κάνει περίπατο» σε χίλια – δυο θέματα;

 

Μερικοί μάλιστα θεωρούν αρκετή προσευχή να ανάψουν ένα κερί, όταν τύχη να περάσουν από μια εκκλησία.

 

Και μετά απορούμε, γιατί το Ευαγγέλιο δεν φέρνει στην ζωή μας την αλλαγή, που υποσχέθηκε ο Χριστός!

 

 

Τι σημαίνει αληθινή προσευχή; Και πως επιτυγχάνεται;

 

Ας ακούσωμε, τι λέει ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (1886-1938), άνθρωπος αδιάλειπτης θερμής προσευχής:

 

*Όποιος αγαπά τον Θεό, εκείνος μπορεί να σκέπτεται Αυτόν ημέρα και νύκτα. Γιατί το να αγαπάς τον Θεό, δεν παρεμποδίζει καμία εργασία.

 

Οι Πατέρες ωνόμασαν την προσευχή «τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστημών». Ας φροντίσουμε σιγά-σιγά να την μάθουμε.

 

Ας αγωνιστούμε με υπομονή. Για να μη βρεθούν οι προσευχές μας την φοβερή ημέρα της Κρίσεως «κούφια καρύδια».

ΕΑΝ ΤΟ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ

Πάτερ θεόφιλος : Ένα όμορφο παραμύθι για την αγάπη

αναρτήθηκε σε: ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ | 0

Ένα από τα πιο γλυκά παραμύθια που αξίζει την προσοχή μας…γιατί στα παραμύθια κρύβονται οι μεγαλύτερες αλήθειες της ζωής!

 

Ήταν που λέτε μια φορά κι ένα καιρό ένα  σκιουράκι. Ούτε όμορφο, ούτε άσχημο. Ούτε έξυπνο, ούτε κουτό. Ένα συνηθισμένο σκιουράκι ήτανε, που θα ‘μοιαζε μ’ όλα τα’ άλλα, αν δεν είχε μια παράξενη συνήθεια. Μόλις σουρούπωνε, το ‘σκαγε απ΄ τη φωλιά του και πήγαινε και στηνότανε στην άκρη του δάσους, δίπλα στο ποτάμι, καρτερώντας τα ζώα που πήγαιναν να πιουν νερό…

 

Περνούσαν λέαινες, ζαρκάδια κι αρκούδες και λαγοί κι ασβοί και βατραχάκια… Το σκιουράκι ένιωθε πως με όλα έμοιαζε λιγάκι, πως όλα τους είχανε κάτι όμορφο, κάτι ξεχωριστό. Έτσι, τα σταματούσε όλα, τα κοίταζε στα μάτια και τα ρωτούσε:

 

– Μπορείς να μ’ αγαπάς;

Τα πιο πολλά γελούσαν. Αλλά δεν έμπαιναν στον κόπο να απαντήσουν. Και άλλα του απαντούσαν: Δεν έχω χρόνο…Και άλλα του απαντούσαν: δεν ξέρω τι είναι ν’ αγαπάς…

Κι αυτό γινόταν κάθε σούρουπο κι έτσι είχαν τα πράγματα, ώσπου μια μέρα, το σκιουράκι ξαναρώτησε και τότε ένας ασβός του χαμογέλασε και του είπε:

 

– Μπορώ. Έλα να αγαπηθούμε.

– Μπορείς; Πόσο χαίρομαι! Πες μου, όμως, τι πά’ να πει ν’ αγαπηθούμε;

– Λοιπόν, το πιο σπουδαίο είναι να μη βιαστείς να καταλάβεις. Και τώρα άκου: Ν’ αγαπηθούμε, πρώτα-πρώτα πά’ να πει να κοιταζόμαστε στα μάτια.

 

Κι έτσι κοιταζόταν στα μάτια για μερόνυχτα…

– Τώρα αγαπιόμαστε;

– Όχι βέβαια. Αλίμονο αν ήταν τόσο απλό.

Ν’ αγαπηθούμε πά’ να πει να φτιάξουμε κάτι μαζί.

Κι έφτιαξαν πράγματα μαζί. Κι ήταν τόσο χαρούμενα!…

 

– Τι ωραίο να σ’ αγαπάω! Τώρα δεν αγαπιόμαστε;

– Όχι ακόμα. Γιατί ν’ αγαπηθούμε πά’ να πει και να ‘χουμε κάτι ο ένας απ’ τον άλλον. Δώσ’ μου λίγο απ’ το καστανόμαυρο τρίχωμά σου κι εγώ θα σου δώσω απ΄ το κίτρινο των ματιών μου.

Κι έκαναν έτσι…

Το σκιουράκι καθρεφτίστηκε στα μάτια του ασβού και καμάρωσε την κίτρινη λάμψη τους στα δικά του μάτια. Κι ύστερα του χάρισε το πιο γλυκό καστανόμαυρο τρίχωμα που είχε στην πλάτη του.

 

– Τώρα αγαπιόμαστε;

– Όχι, όχι ακόμα. Μας μένει το πιο δύσκολο. Πρέπει να αγκαλιαστούμε σφιχτά, πολύ σφιχτά, και να τρέξουμε στον ήλιο, καβαλώντας μιαν αχτίδα από φως. Έλα, με το ένα, με το δύο, με το τρία, να προλάβουμε αυτήν εκεί την αχτίδα.

– Ένα, δύο, τρία, εεεεεεεεεεεεεε… ωπ!

– Τώρα αγαπιόμαστε;

– Τώρα ναι αγαπιόμαστε.

Και που λέτε, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, κάπως έτσι έγινε κι έτρεχαν για τον ήλιο. Κι άρχισε να πέφτει βροχή, γλυκιά σα μέλι. Ήταν τα δάκρυα της χαράς τους, που απ’ την τεράστια ταχύτητα – που ζάλισε όλα τα πουλιά κι όλα τ’ αστέρια – έγιναν ένα… Κι ύστερα βγήκε ένα ουράνιο τόξο τόσο λαμπερό, που όλοι στη γη βάλανε το χέρι πάνω από τα μάτια να μην τυφλωθούνε, κι αναρωτιόντουσαν τι είχε συμβεί πάνω απ’ τα σύννεφα…

 

Και πέρασε καιρός. Να ‘τανε χρόνια, να ‘τανε ένα λεπτό μονάχα, κανένας δε θα μπορούσε να μας πει, γιατί ο χρόνος ήταν άχρονος, μέχρι που ο ασβός ψιθύρισε:

 

– Κουράστηκα. Μη σου κακοφανεί. Μπορεί και να ζαλίστηκα απ’ το τρέξιμο.Θα ‘θελα να γυρίσω πίσω.

– Κουράστηκες; Όμως, δεν τρέχουμε πατώντας στο χώμα. Είναι το φως που μας κρατά …;και είναι σαν να πετάμε δίχως κούραση να καταπονεί τα μικρά μας πόδια. Δεν είναι κουραστικό.

– Για μένα είναι. Έπειτα το ‘χω ξανακάνει. Λίγοι το αντέχουν δεύτερη φορά. Είν’ επικίνδυνο. Γυρίζω πίσω…

 

Αυτά είπε. Και με μεγάλη ευκολία, πήδηξε σ’ ένα μετεωρίτη που κατέβαινε στη γη και χάθηκε…

– Μη φεύγεις, φώναξε το σκιουράκι. Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω ποτέ πια να σταματήσω, κι είν’ αστείο να τρέχω μόνος μου στον ουρανό…

Όμως, τη φωνή του την άκουσε μονάχα το σκοτάδι, κι ίσως – δε σας τ’ ορκίζομαι  το φεγγαράκι που πρόβαλε πίσω από ένα σύννεφο δειλά.

 

– Εεεεεεε… ωωωωωωωωωωπ… Είναι κανείς εδώ; Δεν έχει νόημα πια να πάω στον ήλιο. Ποιος θα μπορούσε να μου πει πώς θα ξαναγυρίσω πίσω;

Αλλά το σύμπαν εκείνη τη στιγμή ήτανε άδειο, κι έτσι απάντηση δεν πήρε παρα μόνο σιωπή.

– Μου φαίνεται πως τώρα τρέχω πιο γρήγορα από πρώτα.

 

Κι άρχισα να κρυώνω. Κι αν τρέχω έτσι μόνο μου για πάντα; Εεεεεεε… με ακούει κανείς;… Βοήθεια! Δεν είναι κανείς εδώ;

 

Τότε, μια μικρή φωνούλα έφτασε στ’ αφτιά του, τόσο γλυκιά και σιγανή σα να ‘βγαινε από μέσα του.

 

– Ψιτ, ψιτ! Σκιουράκι!

– Μου μίλησε κανείς; Τίποτε δεν βλέπω.

– Ψιτ, εδώ δίπλα στην κοιλιά σου. Είμαι η ηλιαχτίδα που σε μετέφερε μαζί με τον ασβό βόλτα στον Γαλαξία.

 

Ακόμα πάνω μου τρέχεις. Ακου. Μόνο εγώ μπορώ να σε γυρίσω πίσω. Πρώτα θα μπούμε σε τροχιά γύρω από τη γη, ύστερα σιγά-σιγά θα κατέβουμε. Μόνο που ‘χω τρέξει άπειρα χιλιόμετρα κι η ενέργειά μου έχει σχεδόν εξαντληθεί. Για να γυρίσουμε πρέπει να θυσιάσεις κάτι από σένα, να το καίω, να γεμίζω τις μπαταρίες μου, να προχωράμε…

 

– Ότι πεις. Τι θες να θυσιάσω;

– Ξέρω κι εγώ;Το τρίχωμά σου, τις  μικρές πατούσες σου, ένα κομμάτι από την καρδιά σου…

– Το τρίχωμά μου, οι πατούσες μου, δικά σου. Μόνο που καρδιά δεν έχω πια. Την πήρε ο ασβός μαζί του. Κι αυτό δεν αλλάζει…

– Εντάξει, παίρνω τις μικρές σου  πατούσες , δεν το θέλω μα δεν γίνεται αλλιώς. Ελπίζω να μας φτάσουν. Έκαψε την πρώτη… Πονάς το ξέρω. Μην κλαις, δεν το αντέχω. Ησύχασε. Κρατήσου τώρα. Αλλάζουμε πορεία.

 

Κι έτσι μπήκανε σε τροχιά… Το σκιουράκι μ’ ένα πόδι, κοίταζε τη γη – τόσο μικρούλα – κι όμως του φαινότανε πως διέκρινε στο δάσος τον ασβό του.

Κι ήταν το κέντρο της γης ο ασβός γι’ αυτό. Μόνο εκείνος μέτραγε εκεί κάτω. Τίποτ’ άλλο.

 

– Παράξενο να μπαίνεις σε τροχιά. Το κέντρο της ζωής σου είν’ αυτό το κάτι που τρέχεις γύρω του. Κι όμως είν’ άσκοπο να τρέχεις, γιατί δεν μπορείς να το φτάσεις, ούτε και να ξεφύγεις απ’ αυτό…

– Σσσσσσστ! Μη μιλάς, δάγκωσε τα χείλη, είπε η λιαχτίδα.

 

Συνέχισε να καίει τα μικρά ποδαράκια του σκίουρου. Καταβαίνουμε…

Κι αρχίσανε να κατεβαίνουν κάνοντας τούμπες στον αέρα,μέσα σε ρεύματα τόσο τρελά, που όλα δείχνουν πως δίχως άλλο θα γκρεμοτσακιστούνε. Το σκιουράκι δίχως πόδια, κι η γη να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, το δάσος να φαίνεται πια καθαρά, τα δένδρα, τα πουλάκια, το ποτάμι και ξαφνικά…

 

Πλατς!… Και μετά τίποτα…

Όταν το σκιουράκι, ύστερα από ώρα, άρχισε να συνέρχεται, πόναγε σ’ όλο του το κορμί. Όμως κατάλαβε πως κάποιος ήταν κοντά του και το φρόντιζε με επιθέματα  επάνω στις πληγές του, και του ‘βαζε κομπρέσες κι επιδέσμους και το χάιδευε στοργικά…

 

– Ο ασβός μου, σκέφτηκε κι άνοιξε τα μάτια.

 

Όμως, είδε  τότε ένα κάστορα που ούτε τον είχε ματαδεί ποτέ. Ήταν ένας μικρόσωμος κανελής κάστορας μ’ αστεία μουσούδα, και το βλέμμα του ήταν τόσο φωτεινό, που σαν σε κοιτούσε νόμιζες πως λαμπύριζαν πυγολαμπίδες στη ματιά του. Κι είχε ένα χαμόγελο τόσο, μα τόσο τρυφερό, και το σκιουράκι πλημμυρισμένο από ευγνωμοσύνη δάκρυσε. Κοιταζόταν σιωπηλά ώρα πολλή. Ύστερα, ο κάστορας ρώτησε κάτι που το σκιουράκι άπειρες φορές είχε ρωτήσει πιο παλιά, όταν ήταν ανυποψίαστο για όλα…

 

– Μπορείς να μ’ αγαπάς;

Το σκιουράκι αναστέναξε, χωρίς καθόλου λύπη.

– Φοβάμαι πως δεν μπορώ.Δεν έχω πια καρδιά για ν’ αγαπήσω…

– Δεν πειράζει. Αν το θες, θα σου δώσω ένα κομμάτι απ’τη δικιά μου.

– Όμως ν’ αγαπηθούμε πά’να πει να τρέχουμε μαζί – κι εγώ δεν έχω πόδια.

– Να τρέχουμε, έτσι άσκοπα, γιατί;

– Ν’ αγαπηθούμε πά’ να πει να κάνουμε μαζί ένα δρόμο, όπως μπορούμε. Το πιο σπουδαίο είναι να ‘μαστε οι δυο μας, και όχι πόσο γρήγορα θα τρέχουμε, ούτε που θα πάμε…

 

Μικρό μου σκιουράκι, αν μπορείς να μ’αγαπάς, θα σου φτιάξω ξυλοποδαρα από αγριοτριανταφυλλιά.

Κι αν δε θες, θα σε μάθω να περπατάς με τα χέρια.

Κι αν κουραστείς, θα σε πάρω αγκαλιά …

Και θα μαι εγώ εσύ κι εσύ εγώ…

Και δε θα ξέρουμε αν είσαι εσύ ή εγώ, εγώ ή εσύ…

Θα ‘μαστε εμείς…

Τι έγινε μετά, κανείς δεν έμαθε στα σίγουρα – κι εγώ που να το ξέρω; Λένε πως τους είδανε να φεύγουνε για την Ανατολή, περπατώντας με τα χέρια, και να γελάνε, να γελάνε… Ο απόηχος απ’ το γέλιο τους ξέμεινε στα φυλλώματα των δένδρων – λένε… Πάντως, ποτέ – μα ποτέ – κανείς πια δεν τους ξανάδε..

ΕΑΝ ΤΟ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ