ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΚΑΙ ΑΘΕΟΥ

αναρτήθηκε σε: ΩΦΕΛΙΜΑ | 0

Ένα πρωινό συζητά ο Γέροντας Επιφάνειος Θεοδωρόπουλος με δυο-τρεις επισκέπτες στο σπίτι του. Ο ένας είναι ιδεολόγος άθεος και κομμουνιστής. Σε μια στιγμή έρχεται κάποιος απ’ έξω και τους πληροφορεί ότι η Αθήνα έχει γεμίσει από φωτογραφίες του Μαο Τσε Τουγκ με την επιγραφή: “Δόξα στον μεγάλο Μάο”. Ήταν η ημέρα κατά την οποία είχε πεθάνει ο Κινέζος δικτάτορας.

 

Γέροντας:

 

Έτσι είναι, παιδάκι μου. Δεν υπάρχουν άθεοι. Ειδωλολάτρες υπάρχουν, οι οποίοι βγάζουν τον Χριστό από τον θρόνο Του και στη θέση Του τοποθετούν τα είδωλά τους. Εμείς λέμε: «Δόξα τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι». Αυτοί λένε: «Δόξα στον μεγάλο Μάο». Διαλέγεις και παίρνεις.

 

Άθεος:

 

Και σεις, παππούλη, το παίρνετε το ναρκωτικό σας. Μόνο που εσείς το λέτε Χριστό, ο άλλος το λέει Αλλάχ, ο τρίτος Βούδα κ.ο.κ.

 

Γέροντας:

 

– Ο Χριστός, παιδί μου, δεν είναι ναρκωτικό. Ο Χριστός είναι ο Δημιουργός του σύμπαντος κόσμου. Αυτός που με σοφία κυβερνά τα πάντα: από το πλήθος των απέραντων γαλαξιών μέχρι τα απειροελάχιστα σωματίδια του μικρόκοσμου. Αυτός που δίνει ζωή σε όλους μας. Αυτός που σ’ έφερε στον κόσμο και σου’ χει δώσει τόση ελευθερία, ώστε να μπορείς να Τον αμφισβητείς, αλλά και να Τον αρνείσαι ακόμη.

 

Άθεος:

 

– Παππούλη, δικαίωμά σας είναι να τα πιστεύετε όλα αυτά. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι και αληθινά. Αποδείξεις έχετε;

 

Γέροντας:

 

– Εσύ όλα αυτά τα θεωρείς παραμύθια, έτσι δεν είναι;

 

Άθεος:

 

– Βεβαίως.

 

Γέροντας:

 

– Αποδείξεις έχεις; Μπορείς να μου αποδείξεις ότι όσα πιστεύω εγώ είναι ψεύτικα;

 

Άθεος:

 

– …

 

Γέροντας:

 

– Δεν απαντάς, διότι και συ δεν έχεις αποδείξεις. Άρα και συ πιστεύεις ότι είναι παραμύθια. Κι εγώ μεν ομιλώ περί πίστεως, όταν αναφέρομαι στον Θεό. Εσύ όμως, ενώ απορρίπτεις τη δική μου πίστη, στην ουσία πιστεύεις στην απιστία σου, αφού δεν μπορείς να την τεκμηριώσεις με αποδείξεις. Πρέπει όμως να σου πω ότι η πίστη η δική μου δεν είναι ξεκάρφωτη. Υπάρχουν κάποια υπερφυσικά γεγονότα, πάνω στα οποία θεμελιώνεται.

 

Άθεος:

 

– Μια στιγμή! Μια και μιλάτε για πίστη, τι θα πείτε στους Μωαμεθανούς π.χ. ή στους Βουδιστές; Διότι κι εκείνοι ομιλούν περί πίστεως. Κι εκείνοι διδάσκουν υψηλές ηθικές διδασκαλίες. Γιατί η δική σας πίστη είναι καλύτερη από εκείνων;

 

Γέροντας:

 

– Μ’ αυτή την ερώτηση σου τίθεται το κριτήριο της αληθείας? διότι βεβαίως η αλήθεια είναι μία και μόνη. Δεν υπάρχουν πολλές αλήθειες. Ποιος όμως κατέχει την αλήθεια; Ιδού το μεγάλο ερώτημα. Έτσι, δεν πρόκειται για καλύτερη ή χειρότερη πίστη! Πρόκειται για τη μόνη αληθινή πίστη!

 

Δέχομαι ότι ηθικές διδασκαλίες έχουν και τα άλλα πιστεύω. Βεβαίως οι ηθικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού υπερέχουν ασυγκρίτως. Εμείς όμως δεν πιστεύουμε στον Χριστό για τις ηθικές Του διδασκαλίες. Ούτε για το «Αγαπάτε αλλήλους», ούτε για τα κηρύγματά Του περί ειρήνης και δικαιοσύνης, ελευθερίας και ισότητος. Εμείς πιστεύουμε στον Χριστό, διότι η επί γης παρουσία Του συνοδεύθηκε από υπερφυσικά γεγονότα, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι είναι Θεός.

 

Άθεος:

 

– Κοιτάξτε. Κι εγώ παραδέχομαι ότι ο Χριστός ήταν σπουδαίος φιλόσοφος και μεγάλος επαναστάτης, αλλά μην τον κάνουμε και Θεό τώρα…

 

Γέροντας:

 

– Αχ, παιδί μου! Όλοι οι μεγάλοι άπιστοι της ιστορίας εκεί σκάλωσαν. Το ψαροκόκαλο που τους κάθισε στο λαιμό και δεν μπορούσαν να το καταπιούν, αυτό ακριβώς ήταν. Το ότι ο Χριστός είναι και Θεός.

 

Πολλοί από αυτούς ήσαν διατεθειμένοι να πουν στον Κύριο: Μη λες ότι είσαι Θεός ενανθρωπήσας. Πες ότι είσαι απλός άνθρωπος και μεις είμαστε έτοιμοι να σε θεοποιήσουμε. Γιατί θέλεις να είσαι Θεός ενανθρωπήσας και όχι άνθρωπος αποθεωθείς; Εμείς δεχόμαστε να σε αποθεώσουμε, να σε αποκηρύξουμε τον μέγιστο των ανθρώπων , τον αγιώτατο, τον ηθικώτατο, τον ευγενέστατο, τον ανυπέρβλητο, τον μοναδικό, τον ανεπανάληπτο. Δεν σου αρκούν όλα αυτά;

 

Ο κορυφαίος του χορού των αρνητών, ο Ερνέστος Ρενάν, βροντοφωνεί περί του Χριστού: «Για δεκάδες χιλιάδες χρόνια ο κόσμος θα ανυψώνεται δια σου», είσαι «ο ακρογωνιαίος λίθος της ανθρωπότητας ώστε το να αποσπάσει κάποιος το όνομά σου από τον κόσμο τούτο θα ήταν ίσο με τον εκ θεμελίων κλονισμό του», «οι αιώνες θα διακηρύσσουν ότι μεταξύ των υιών των ανθρώπων δεν γεννήθηκε κανένας υπέρτερός» σου. Εδώ όμως σταματούν, και αυτός και οι όμοιοί του. Η επόμενη φράση τους; «Θεός όμως δεν είσαι!»

 

Και δεν αντιλαμβάνονται οι ταλαίπωροι ότι όλα αυτά συνιστούν για την ψυχή τους μια ανέκφραστη τραγωδία! Το δίλημμα αναπόφευκτα είναι αμείλικτο: Ή είναι Θεός ενανθρωπήσας ο Χριστός, οπότε πράγματι, και μόνον τότε, αποτελεί την ηθικωτέρα, την αγιωτέρα και την ευγενεστέρα μορφή της ανθρωπότητος, ή δεν είναι Θεός ενανθρωπήσας, οπότε όμως δεν είναι δυνατόν να είναι τίποτε απ’ όλα αυτά. Αντιθέτως αν ο Χριστός δεν είναι Θεός, τότε πρόκειται για την απαισιοτέρα, τη φρικτοτέρα και την απεχθεστέρα ύπαρξη της ανθρωπίνης ιστορίας.

 

Άθεος:

 

– Τι είπατε;

 

Γέροντας:

 

– Αυτό που άκουσες! Βαρύς ο λόγος, απολύτως όμως αληθής. Και ιδού γιατί: Τι είπαν για τον εαυτό τους, ή ποια ιδέα είχαν για τον εαυτό τους όλοι οι πράγματι μεγάλοι άνδρες της ανθρωπότητος;

 

Ο «ανδρών απάντων σοφώτατος» Σωκράτης διεκήρυσσε το: «Εν οίδα ότι ουδέν οίδα».

 

Όλοι οι σπουδαίοι άνδρες της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, από τον Αβραάμ και τον Μωϋσή μέχρι τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και τον Παύλο, αυτοχαρακτηρίζονται «γη και σποδός (=στάχτη)», «ταλαίπωροι», «εκτρώματα» κ.τ.τ.[1]

 

Η συμπεριφορά, αντιθέτως, του Ιησού είναι παραδόξως διαφορετική! Και λέω παραδόξως διαφορετική, διότι το φυσικό και το λογικό θα ήταν να είναι παρόμοια η συμπεριφορά Του. Αυτός μάλιστα, ως ανώτερος και υπέρτερος από όλους του άλλους, θα έπρεπε να έχη ακόμα κατώτερη και ταπεινότερη ιδέα για τον εαυτό Του[2]. Ηθικώς τελειότερος από κάθε άλλον έπρεπε να υπερακοντίζει σε αυτομεμψία και ταπεινό φρόνημα όλους τους παραπάνω και οποιονδήποτε άλλον, από την δημιουργία του κόσμου μέχρι τη συντέλεια των αιώνων.

 

Συμβαίνει όμως το ακριβώς αντίθετο!

 

Πρώτα – πρώτα διακηρύσσει ότι είναι αναμάρτητος: «Τις εξ υμών ελέγχει με περί αμαρτίας;» (Ιωάν. η’ 46). «Έρχεται ο του κόσμου τούτου άρχων, και εν εμοί ουκ έχει ουδέν» (Ιωάν. ιδ’ 30).

 

Εκφράζει επίσης πολύ υψηλές ιδέες περί Εαυτού: «Εγώ ειμί το φως του κόσμου» (Ιωάν. η’ 12). «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιωάν. ιδ’ 6).

 

Εκτός όμως αυτών, προβάλλει και αξιώσεις απολύτου αφιερώσεως στο Πρόσωπό Του. Εισχωρεί ακόμη και στις ιερώτερες σχέσεις των ανθρώπων και λέει: «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος? και ο φιλών υιόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος» (Ματθ. ι’ 37). «Ήλθον διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής» (Ματθ. ι’ 35). Απαιτεί ακόμη και μαρτυρική ζωή και θάνατο από τους μαθητές  Του: «Παραδώσουσιν υμάς εις συνέδρια και εν ταις συναγωγαίς αυτών μαστιγώσουσιν υμάς? και επί ηγεμόνας δε και βασιλείς αχθήσεσθε ένεκεν εμού… Παραδώσει δε αδελφός αδελφόν εις θάνατον και πατήρ τέκνον, και επαναστήσονται τέκνα επί γονείς και θανατώσουσιν αυτούς? και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων δια το όνομά μου? ο δε υπομείνας εις τέλος ούτος σωθήσεται… Μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα… Όστις αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ… Ο απολέσας την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού ευρήσει αυτήν» (Ματθ. ι’ 17 κ.ε.).

 

Και τώρα σε ρωτώ: Τόλμησε ποτέ κανείς να διεκδικήσει υπέρ αυτού την αγάπη των ανθρώπων πάνω κι απ’ την ίδια τους τη ζωή; Τόλμησε ποτέ κανείς να διακηρύξει την απόλυτη αναμαρτησία του; Τόλμησε ποτέ κανείς να εκστομίσει το: «Εγώ ειμί η αλήθεια»; (Ιωάν. ιδ’ 6). Κανείς και πουθενά! Μόνο ένας Θεός θα μπορούσε να τα κάνη αυτά. Φαντάζεσαι τον δικό σας τον Μαρξ να ‘λεγε κάτι τέτοια; Θα τον περνούσαν για τρελό και δεν θα βρισκόταν κανείς να τον ακολουθήσει.

 

Για σκέψου, τώρα, πόσα εκατομμύρια άνθρωποι θυσίασαν τα πάντα για χάρη του Χριστού, ακόμα και αυτή τη ζωή τους, πιστεύοντας στην περί εαυτού αλήθεια των λόγων Του! Εάν οι περί εαυτού διακηρύξεις του ήσαν ψευδείς, ο Ιησούς θα ήταν η απαισιοτέρα μορφή της ιστορίας οδηγώντας τόσους πολλούς σε τόσο βαριά θυσία. Ποιος άνθρωπος, όσο μεγάλος, όσο σπουδαίος, όσο σοφός κι αν είναι, θα άξιζε αυτή τη μεγάλη προσφορά και θυσία; Ποιος; Κανένας! Μόνο εάν ήταν Θεός!

 

Μ’ άλλα λόγια: Όποιος άνθρωπος απαιτούσε αυτή τη θυσία από τους οπαδούς του, θα ήταν η απαισιοτέρα μορφή της ιστορίας. Ο Χριστός όμως και  την απαίτησε και την πέτυχε. Παρά ταύτα από τους αρνητές της θεότητός Του αναγορεύθηκε η ευγενεστέρα και αγιωτέρα μορφή της ιστορίας. Οπότε: Ή παραλογίζονται οι αρνητές ονομάζοντας αγιώτερο τον απαισιώτερο, ή, για να μην υπάρχει παραλογισμός, αλλά να έχη λογική η συνύπαρξι απαιτήσεων του Χριστού και αγιότητός Του, θα πρέπει αναγκαστικά να δεχθούν ότι ο Χριστός εξακολουθεί να παραμένει η ευγενεστέρα και αγιωτέρα μορφή της ανθρωπότητος μόνο όμως υπό την προϋπόθεσι ότι είναι και Θεός! Αλλιώς είναι, όπως είπαμε, όχι η αγιωτέρα, αλλά η φρικτοτέρα μορφή της ιστορίας, ως αιτία της μεγαλυτέρας θυσίας των αιώνων, εν ονόματι ενός ψεύδους! Έτσι η θεότητα του Χριστού αποδεικνύεται με βάσι αυτούς τους ίδιους τους περί αυτού χαρακτηρισμούς των αρνητών Του!…

 

Άθεος:

 

– Όσα είπατε είναι πράγματι εντυπωσιακά, δεν αποτελούν όμως παρά συλλογισμούς. Ιστορικά στοιχεία, που να θεμελιώνουν την Θεότητά του, έχετε;

 

Γέροντας:

 

– Σου είπα και προηγουμένως ότι τα πειστήρια της Θεότητας Του είναι τα υπερφυσικά γεγονότα που συνέβησαν όσο καιρό ήταν εδώ στη γη. Ο Χριστός δεν αρκέσθηκε μόνο να διακηρύσσει τις παραπάνω αλήθειες, αλλά επικύρωνε τους λόγους Του και με πλήθος θαυμάτων. Έκανε τυφλούς να βλέπουν, παράλυτους να περπατούν, έθρεψε με δύο ψάρια και πέντε ψωμιά πέντε χιλιάδες άνδρες και πολλαπλάσιες γυναίκες και παιδιά, διέτασσε τα στοιχεία της φύσεως και αυτά υπάκουαν, ανέστησε νεκρούς μεταξύ των οποίων και τον Λάζαρο τέσσερις μέρες μετά τον θάνατό του. Μεγαλύτερο όμως από όλα τα θαύματα είναι η Ανάσταση Του.

 

Όλο το οικοδόμημα του Χριστιανισμού στηρίζεται στο γεγονός της Αναστάσεως. Αυτό δεν το λέω εγώ. Το λέει ο Απόστολος Παύλος: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις ημών» (Α’ Κορ. ιε’ 17). Αν ο Χριστός δεν ανέστη, τότε όλα καταρρέουν. Ο Χριστός όμως ανέστη, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι είναι Κύριος της ζωής και του θανάτου, άρα Θεός.

 

Άθεος:

 

– Εσείς τα είδατε όλα αυτά; Πως τα πιστεύετε;

 

Γέροντας:

 

– Όχι, εγώ δεν τα είδα. Τα είδαν όμως άλλοι, οι Απόστολοι. Αυτοί στη συνέχεια τα γνωστοποίησαν και μάλιστα προσυπέγραψαν τη μαρτυρία τους με το αίμα τους. Κι όπως όλοι δέχονται, η μαρτυρία της ζωής είναι η υψίστη μαρτυρία.

 

Φέρε μου και συ κάποιον να μου πει πως ο Μαρξ απέθανε και ανέστη και να θυσιάσει τη ζωή του για την μαρτυρία αυτή κι εγώ θα τον πιστεύσω ως τίμιος άνθρωπος.

 

Άθεος:

 

– Να σας πω. Χιλιάδες κομμουνιστές βασανίσθηκαν και πέθαναν για την ιδεολογία τους. Γιατί δεν ασπάζεστε και τον κομμουνισμό;

 

Γέροντας:

 

– Το είπες και μόνος σου. Οι κομμουνιστές πέθαναν για την ιδεολογία τους. Δεν πέθαναν για γεγονότα. Σε μια ιδεολογία όμως είναι πολύ εύκολο να υπεισέλθει πλάνη. Επειδή δε είναι ίδιον της ανθρώπινης ψυχής να θυσιάζεται για κάτι στο οποίο πιστεύει, εξηγείται γιατί πολλοί κομμουνιστές πέθαναν για την ιδεολογία τους. Αυτό όμως δεν μας υποχρεώνει να την δεχθούμε και ως σωστή.

 

Είναι άλλο πράγμα να πεθαίνεις για ιδέες κι άλλο για γεγονότα. Οι Απόστολοι όμως δεν πέθαναν για ιδέες. Ούτε για το «Αγαπάτε αλλήλους» ούτε για τις άλλες ηθικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού. Οι Απόστολοι πέθαναν μαρτυρούντες υπερφυσικά γεγονότα. Κι όταν λέμε γεγονός, εννοούμε ό,τι υποπίπτει στις αισθήσεις μας και γίνεται αντιληπτό από αυτές. Οι Απόστολοι εμαρτύρησαν δι’ «ο ακηκόασι, ο εωράκασι τοις οφθαλμοίς αυτών, ο εθεάσαντο και αι χείρες αυτών εψηλάφησαν» (Α’ Ιωάν. α’ 1)[3].

 

Με βάση έναν πολύ ωραίο συλλογισμό του Πασκάλ λέμε ότι με τους Αποστόλους συνέβη ένα από τα τρία: Ή απατήθηκαν ή μας εξαπάτησαν ή μας είπαν την αλήθεια.

 

Ας πάρουμε την πρώτη εκδοχή. Δεν είναι δυνατόν να απατήθηκαν οι Απόστολοι, διότι όσα αναφέρουν δεν τα έμαθαν από άλλους. Αυτοί οι ίδιοι ήσαν αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες όλων αυτών. Εξ άλλου δεν ήσαν καθόλου φαντασιόπληκτοι ούτε είχαν καμία ψυχολογική προδιάθεση για την αποδοχή του γεγονότος της Αναστάσεως. Αντιθέτως ήσαν τρομερά δύσπιστοι. Τα Ευαγγέλια είναι πλήρως αποκαλυπτικά αυτών των ψυχικών τους διαθέσεων: δυσπιστούσαν στις διαβεβαιώσεις ότι κάποιοι Τον είχαν δει αναστάντα[4].

 

Και κάτι άλλο. Τι ήσαν οι Απόστολοι πριν τους καλέσει ο Χριστός; Μήπως ήσαν φιλόδοξοι πολιτικοί ή οραματιστές φιλοσοφικών και κοινωνικών συστημάτων, που περίμεναν να κατακτήσουν την ανθρωπότητα και να ικανοποιήσουν έτσι τις φαντασιώσεις τους; Κάθε άλλο. Αγράμματοι ψαράδες ήσαν. Και το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να πιάσουν κανένα ψάρι να θρέψουν τις οικογένειές τους. Γι’ αυτό και μετά τη Σταύρωση του Κυρίου, παρά τα όσα είχαν ακούσει και δει, επέστρεψαν στα πλοιάρια και στα δίχτυα τους. Δεν υπήρχε δηλ. σ’ αυτούς, όπως αναφέραμε, ούτε ίχνος προδιαθέσεως για όσα επρόκειτο να επακολουθήσουν. Και μόνο μετά την Πεντηκοστή, «ότε έλαβον δύναμιν εξ ύψους», έγιναν οι διδάσκαλοι της οικουμένης.

 

Η δεύτερη εκδοχή: Μήπως μας εξαπάτησαν; Μήπως μας είπαν ψέματα; Αλλά γιατί να μας εξαπατήσουν; Τι θα κέρδιζαν με τα ψέματα; Μήπως χρήματα, μήπως αξιώματα, μήπως δόξα; Για να πη κάποιος ένα ψέμα, περιμένει κάποιο όφελος. Οι Απόστολοι όμως, κηρύσσοντες Χριστόν και Τούτον εσταυρωμένον και Αναστάντα εκ νεκρών, τα μόνα τα οποία εξασφάλισαν ήσαν: ταλαιπωρίες, κόποι, μαστιγώσεις, λιθοβολισμοί, ναυάγια, πείνα, δίψα, γυμνότητα, κίνδυνοι από ληστές, ραβδισμοί, φυλακίσεις και τέλος ο θάνατος. Και όλα αυτά για ένα ψέμα; Είναι εντελώς ανόητο και να το σκεφθή κάποιος.

 

Συνεπώς ούτε εξαπατήθηκαν ούτε μας εξαπάτησαν οι Απόστολοι. Μένει επομένως η Τρίτη εκδοχή? ότι μας είπαν την αλήθεια.

 

Θα πρέπει μάλιστα να σου τονίσω και το εξής: Οι Ευαγγελιστές είναι οι μόνοι οι οποίοι έγραψαν πραγματική ιστορία. Διηγούνται τα γεγονότα και μόνον αυτά. Δεν προβαίνουν σε καμμία προσωπική κρίσι. Κανένα δεν επαινούν, κανένα δεν κατακρίνουν. Δεν κάνουν καμμία προσπάθεια να διογκώσουν κάποιο γεγονός ή να εξαφανίσουν ή να υποτιμήσουν κάποιο άλλο. Αφήνουν τα γεγονότα να μιλούν μόνα τους.

 

Άθεος:

 

– Αποκλείεται να έγινε στην περίπτωση του Χριστού νεκροφάνεια; Τις προάλλες έγραψαν οι εφημερίδες για κάποιον Ινδό, τον οποίο έθαψαν και μετά από τρεις μέρες τον ξέθαψαν και ήταν ζωντανός.

 

Γέροντας:

 

– Αχ, παιδάκι μου. Θα θυμηθώ και πάλι το λόγο του ιερού Αυγουστίνου: «Άπιστοι, δεν είσθε δύσπιστοι. Είσθε οι πλέον εύπιστοι. Δέχεσθε τα πιο απίθανα, τα πιο παράλογα, τα πιο αντιφατικά, για να αρνηθείτε το θαύμα!».

 

Όχι, παιδί μου. Δεν έχουμε νεκροφάνεια στον Χριστό. Πρώτα – πρώτα έχουμε την μαρτυρία του Ρωμαίου κεντυρίωνος, ο οποίος βεβαίωσε τον Πιλάτο ότι ο θάνατος είχε επέλθει.

 

Έπειτα το Ευαγγέλιο μας πληροφορεί ότι ο Κύριος κατά την ίδια την ημέρα της Αναστάσεώς Του συμπορεύθηκε συζητώντας με δύο μαθητές Του προς Εμμαούς, που απείχε πάνω από δέκα χιλιόμετρα από τα Ιεροσόλυμα.

 

Φαντάζεσαι κάποιον να έχει υποστεί όσα υπέστη ο Χριστός και τρεις μέρες μετά το «θάνατό» του να του συνέβαινε νεκροφάνεια; Αν μη τι άλλο θα ‘πρεπε για σαράντα μέρες να τον ποτίζουν κοτόζουμο για να μπορεί να ανοίγει τα μάτια του, κι όχι να περπατά και να συζητά σαν να μη συνέβη τίποτα.

 

Όσο για τον Ινδό, φέρε τον εδώ να τον μαστιγώσουμε με φραγγέλιο – και ξέρεις τι εστί φραγγέλιο; Μαστίγιο στα άκρα του οποίου πρόσθεταν σφαιρίδια μολύβδου ή σπασμένα κόκκαλα ή μυτερά καρφιά -, φέρε τον, λοιπόν, να τον φραγγελώσουμε, να του φορέσουμε ακάνθινο στεφάνι, να τον σταυρώσουμε, να του δώσουμε χολή και ξύδι, να τον λογχίσουμε, να τον βάλουμε στον τάφο, κι αν αναστηθεί, τότε τα λέμε.

 

Άθεος:

 

– Παρά ταύτα όλες οι μαρτυρίες, τις οποίες επικαλεσθήκατε, προέρχονται από Μαθητές του Χριστού. Υπάρχει κάποια μαρτυρία περί αυτού, που να μην προέρχεται από τον κύκλο των Μαθητών του; Υπάρχουν δηλ. ιστορικοί, που να πιστοποιούν την Ανάσταση του Χριστού; Αν ναι, τότε θα πιστέψω κι εγώ.

 

Γέροντας:

 

– Ταλαίπωρο παιδί! Δεν ξέρεις τι ζητάς! Αν υπήρχαν τέτοιοι ιστορικοί που να είχαν δει τον Χριστό αναστημένο, τότε αναγκαστικά θα πίστευαν στην Ανάσταση Του και θα την ανέφεραν πλέον ως πιστοί, οπότε και πάλι θα αρνιόσουν τη μαρτυρία τους, όπως ακριβώς απορρίπτεις τη μαρτυρία του Πέτρου, του Ιωάννου κ.λ.π. Πως είναι δυνατόν να βεβαιώνει κάποιος την Ανάσταση και ταυτόχρονα να μη γίνεται Χριστιανός; Μας ζητάς «πέρδικα ψητή σε κέρινο σουβλί και να λαλεί»! E, δεν γίνεται!

 

Σου θυμίζω πάντως, εφ’ όσον ζητάς ιστορικούς, αυτό το οποίο σου ανέφερα και προηγουμένως: ότι δηλ. οι μόνοι πραγματικοί ιστορικοί είναι οι Απόστολοι.

 

Παρ’ όλα αυτά όμως έχουμε και μαρτυρία τέτοια όπως την θέλεις: από κάποιον δηλ. που δεν ανήκε στον κύκλο των Μαθητών Του. Του Παύλου. Ο Παύλος όχι μόνο δεν ήταν Μαθητής του Χριστού, αλλά και εδίωκε μετά μανίας την Εκκλησία Του.

 

Άθεος:

 

– Γι’ αυτόν όμως λένε ότι έπαθε ηλίαση και εξ αιτίας της είχε παραίσθηση.

 

Γέροντας:

 

– Βρε παιδάκι μου, αν είχε παραίσθηση ο Παύλος, αυτό που θα ανεδύετο θα ήταν το υποσυνείδητό του. Και στο υποσυνείδητο του Παύλου θέση υψηλή κατείχαν οι Πατριάρχες και οι Προφήτες. Τον Αβραάμ και τον Ιακώβ και τον Μωυσή έπρεπε να δη κι όχι τον Ιησού, τον οποίο θεωρούσε λαοπλάνο και απατεώνα!

 

Φαντάζεσαι καμία πιστή γριούλα στο όνειρό της ή στο παραλήρημά της να βλέπει τον Βούδα ή τον Δία; Τον Άϊ Νικόλα θα δη και την Αγία Βαρβάρα. Διότι αυτούς πιστεύει.

 

Και κάτι ακόμη. Στον Παύλο, όπως σημειώνει ο Παπίνι, υπάρχουν και τα εξής θαυμαστά: Πρώτον, το αιφνίδιο της μεταστροφής. Κατ’ ευθείαν από την απιστία στην πίστη. Δεν μεσολάβησε προπαρασκευαστικό στάδιο. Δεύτερον, το ισχυρόν της πίστεως. Χωρίς ταλαντεύσεις και αμφιβολίες. Και τρίτον, πίστι δια βίου. Πιστεύεις ότι αυτά μπορεί να λάβουν χώρα μετά από μια ηλίαση; Δεν εξηγούνται αυτά με τέτοιους τρόπους. Αν μπορείς, εξήγησέ τα. Αν δεν μπορείς, παραδέξου το θαύμα. Και πρέπει να ξέρης ότι ο Παύλος με τα δεδομένα της εποχής του ήταν άνδρας εξόχως πεπαιδευμένος. Δεν ήταν κανένα ανθρωπάκι να μην ξέρη τι του γίνεται.

 

Θα προσθέσω όμως και κάτι επί πλέον. Εμείς, παιδί μου, ζούμε σήμερα σε εξαιρετική εποχή. Ζούμε το θαύμα της Εκκλησίας του Χριστού.

 

Όταν ο Χριστός είπε για την Εκκλησία Του ότι «και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. ις’ 18), οι οπαδοί Του αριθμούσαν μόνο μερικές δεκάδες πρόσωπα. Έκτοτε πέρασαν δυο χιλιάδες περίπου χρόνια. Διαλύθηκαν αυτοκρατορίες, ξεχάσθηκαν φιλοσοφικά συστήματα, κατέρρευσαν κοσμοθεωρίες, η Εκκλησία όμως του Χριστού παραμένει ακλόνητη παρά τους συνεχείς και φοβερούς διωγμούς εναντίον της. Αυτό δεν είναι ένα θαύμα;

 

Και κάτι τελευταίο. Στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο αναφέρεται πως, όταν η Παναγία μετά τον Ευαγγελισμό επισκέφθηκε την Ελισάβετ, τη μητέρα του Προδρόμου, εκείνη την εμακάρισε με τα λόγια: «Ευλογημένη συ εν γυναιξί». Και η Παναγία απάντησε ως εξής: «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον.. Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσί με πάσαι αι γενεαί» (α’ 48).

 

Τι ήταν τότε η Παναγία; Μια άσημη κόρη της Ναζαρέτ ήταν. Ποιος την ήξερε; Παρά ταύτα από τότε ξεχάσθηκαν αυτοκράτειρες, έσβησαν λαμπρά ονόματα γυναικών, λησμονήθηκαν σύζυγοι και μητέρες στρατηλατών. Ποιος ξέρει ή ποιος θυμάται τη μητέρα του Μεγ. Ναπολέοντος ή τη μητέρα του Μεγ. Αλεξάνδρου; Σχεδόν κανείς. Όμως εκατομμύρια χείλη σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης και σ’ όλους τους αιώνες υμνούν την ταπεινή κόρη της Ναζαρέτ, «την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ». Ζούμε ή δεν ζούμε εμείς σήμερα, οι άνθρωποι του εικοστού αιώνα, την επαλήθευσι του προφητικού αυτού λόγου της Παναγίας;

 

Τα ίδια ακριβώς συμβαίνουν όσον αφορά και σε μια «δευτερεύουσα» προφητεία του Χριστού: Όταν στην οικία του Σίμωνος του λεπρού μια γυναίκα περιέχυσε στο κεφάλι Του το πολύτιμο μύρο, είπε ο Κύριος: «Αμήν λέγω υμίν, όπου εάν κηρυχθή το ευαγγέλιον τούτο εν όλω τω κόσμω, λαληθήσεται και ο εποίησεν αύτη εις μνημόσυνον αυτής» (Ματθ. κς’ 13). Πόσος ήταν ο κύκλος των οπαδών Του τότε, για να πη κανείς ότι αυτοί θα έκαναν τα αδύνατα δυνατά ώστε να εκπληρωθεί η προφητεία αυτή του Διδασκάλου τους; Και μάλιστα μια τέτοια προφητεία, η οποία  με τα κριτήρια του κόσμου δεν έχει και καμιά σημασία για τους πολλούς;

 

Είναι ή δεν είναι θαύματα αυτά; Αν μπορείς, εξήγησέ τα. Αν δεν μπορείς όμως, παραδέξου τα ως τέτοια.

 

Άθεος:

 

– Ομολογώ ότι τα επιχειρήματα σας είναι ισχυρά. Έχω όμως να σας ρωτήσω κάτι ακόμη: Δεν νομίζετε ότι ο Χριστός άφησε το έργο του ημιτελές; Εκτός κι αν μας εγκατέλειψε. Δεν μπορώ να φαντασθώ έναν Θεό να παραμένει αδιάφορος στο δράμα του ανθρώπου. Εμείς να βολοδέρνουμε εδώ κι εκείνος από ψηλά να στέκεται απαθής.

 

Γέροντας:

 

– Όχι, παιδί μου. Δεν έχεις δίκιο. Ο Χριστός δεν άφησε το έργο Του ημιτελές. Αντιθέτως είναι η μοναδική περίπτωση ανθρώπου στην ιστορία, ο οποίος είχε τη βεβαιότητα ότι ολοκλήρωσε την αποστολή Του και δεν είχε τίποτα άλλο να κάνη και να πη.

 

Ακόμη κι ο μέγιστος των σοφών, ο Σωκράτης, ο οποίος μια ολόκληρη ζωή μιλούσε και δίδασκε, στο τέλος συνέθεσε και μια περίτεχνη απολογία και, αν ζούσε, θα είχε κι άλλα να πει.

 

Μόνο ο Χριστός σε τρία χρόνια δίδαξε ό,τι είχε να διδάξει, έπραξε ό,τι ήθελε να πράξη και είπε το «τετέλεσται». Δείγμα κι αυτό της θεϊκής Του τελειότητας και αυθεντίας.

 

Όσο για την εγκατάλειψι, την οποία ανέφερες, σε καταλαβαίνω. Χωρίς Χριστό ο κόσμος είναι θέατρο του παραλόγου. Χωρίς Χριστό δεν μπορείς να εξηγήσης τίποτε. Γιατί οι θλίψεις, γιατί οι αδικίες, γιατί οι αποτυχίες, γιατί οι ασθένειες, γιατί, γιατί, γιατί; Χιλιάδες πελώρια «γιατί».

 

Κατάλαβέ το! Δεν μπορεί ο άνθρωπος να προσεγγίσει με την πεπερασμένη λογική του τα «γιατί» αυτά. Μόνο με τον Χριστό εξηγούνται όλα: Μας προετοιμάζουν για την αιωνιότητα. Ίσως εκεί μας αξιώσει ο Κύριος να πάρουμε απάντηση σε μερικά από τα «γιατί» αυτά.

 

 

Ο Χριστός, παιδί μου, δεν μας εγκατέλειψε ποτέ. Παραμένει κοντά μας, βοηθός και συμπαραστάτης, μέχρι συντέλειας των αιώνων. Αυτό όμως θα το καταλάβεις, μόνο αν γίνεις συνειδητό μέλος της Εκκλησίας Του και συνδεθείς με τα Μυστήριά της.

ΕΑΝ ΤΟ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ

ΜΑΘΕ ΠΟΙΟΣ ΕΙΣΑΙ ΚΑΙ ΤΙ ΘΕΛΕΙΣ

αναρτήθηκε σε: ΩΦΕΛΙΜΑ | 0

Καθημερινά το διαδίκτυο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή τα αδηφάγα Μ.Μ.Ε. γεμίζουν με επικριτικά άρθρα, θέσεις και σχόλια, που συχνά πλημμυρίζουν από εμπάθεια, κακία ή είναι απολύτως κακοπροαίρετα. Κρίνονται οι πάντες και τα πάντα και ξετυλίγεται συχνά ένα χυδαίο γαϊτανάκι που δεν έχει όρια.

Κράζουμε πρόσωπα που γνωρίζουμε ή που μας είναι παντελώς άγνωστα, αλλά παρόλα αυτά έχουμε άποψη η οποία μάλιστα πάντα θεωρούμε πως είναι και σωστή. Ξιφουλκούμε δημοσίως και κρίνουμε τον οποιοδήποτε για τις επιλογές του, τις θέσεις του, τα γραφόμενά του, τα λάθη ή τα πάθη του. Για οποιοδήποτε θέμα δεν εκφέρουμε απλά άποψη, αλλά χωρίς δεύτερη σκέψη διαβαίνουμε τη νοητή κόκκινη περνώντας σε ένα άλλο επίπεδο και γινόμαστε επικριτικοί, βγάζοντας προς τα έξω πολλές φορές ένα απύθμενο μίσος προς τους συνανθρώπους μας.  Το ερώτημα όμως είναι το εξής. Ποιος κρίνει και ποιος κράζει ποιον;

 

Κράζουν και κρίνουν μονό οι ένοχοι. Κρίνουν και κράζουν αυτοί οι άνθρωποι που δεν ξέρουν τι Θέλουν η αυτοί που τα Θέλουν όπως τα Θέλουν και θα εξηγήσω τι Θέλω να πω.

Ο ιερέας εάν μιλήσει για την πατρίδα του και το έθνος του τον κράζουν ότι κομματικοποιείτε.

Ο ιερέας εάν δεν μιλήσει τον κράζουν γιατί δεν παίρνει θέση.

Τον ιερέα εάν τον δουν σε ένα ταβερνάκι τον κράζουν και τον κρίνουν αρνητικά λέγοντας διάφορα.

Τον ιερέα εάν δεν τον βλέπουν να περιφέρεται μέσα στην κοινωνία τον κρίνουν αρνητικά λέγοντας ότι δεν βγαίνει έξω στην κοινωνία.

 

 

Εάν δουν έναν ιερέα με κοντά γένια και Μάλια τον κρίνουν και τον κράζουν λέγοντας ότι οι ιερείς πρέπει να έχουν γενειάδα και μακριά  μαλλιά  για να έχει τον σεβασμό.

Εάν δουν έναν ιερέα με γενειάδα και Μάλια τον κρίνουν αρνητικά λέγοντας ότι τα Μάλια και τα γένια είναι αυτό που τους απομακρύνει από τον ιερέα.

Όταν ο ιερέα μίλα στον άμβωνα ο κόσμος από κάτω λέει άντε πάπα τέλειωνε να φύγουμε.

Όταν ο ιερέας δεν μίλα από τον άμβωνα τον κρίνουν αρνητικά λέγοντας ότι δεν γνωρίζουμε και δεν ξέρουμε τίποτε γιατί δεν μας μίλησε ο ιερέας.

θα μπορούσα να γράψω τόσα και άλλα τόσα άλλα δεν το κάνω για να μην μακρηγορήσω.

 

Ποίο είναι το συμπέρασμα; Το συμπέρασμα είναι ότι οι άνθρωποι δεν ξέρουν τι Θέλουν η τα Θέλουν όπως τα Θέλουν. Και το χειρότερο είναι ότι κρίνουν χωρίς να γνωρίζουν ενώ γνωρίζουν τον εαυτό τους δεν τον κρίνουν.

 

Μάθαμε να κρίνουμε τους πάντες εκτός φυσικά από τον ίδιο μας τον εαυτό. Βλέπετε, η αυτοκριτική είναι επίπονη και γι΄ αυτό επιλέγουμε τον εύκολο δρόμο της κριτικής των άλλων. Εντοπίζουμε τα λάθη των διπλανών, γνωστών ή αγνώστων, τις άτυχες στιγμές τους, τις δημόσιες τοποθετήσεις τους και τότε ως τιμητές των πάντων τους χτυπάμε αλύπητα. Αναζητούμε τις θέσεις κάποιων με τις οποίες διαφωνούμε, κάποιες φορές τις απομονώνουμε και εκεί ασκούμε δριμεία κριτική χρησιμοποιώντας ενίοτε βαρείς χαρακτηρισμούς.

 

Όπου κι αν στρέψω το κεφάλι μου βλέπω να στήνονται λαϊκά δικαστήρια. Με ευκολία οπλίζουμε το πληκτρολόγιό μας με λέξεις, φράσεις και χαρακτηρισμούς και έπειτα πυροβολούμε αδιακρίτως, αδιαφορώντας συνάμα για το αν όσα γράφουμε ή λέμε θα πληγώσουν, θα σπιλώσουν ή θα πικράνουν τους άλλους. Ικανοποιούμε στιγμιαία το «εγώ» μας και νιώθουμε –αν είναι δυνατόν– ευχαρίστηση επειδή τα «χώσαμε» σε κάποιον άλλο, γιατί τη δεδομένη στιγμή δεν είναι του γούστου μας όσα λέει ή γράφει ή διότι η μουσική ή στίχοι του δεν ηχούν καλά στα αυτιά μας. Αδιαφορούμε για τον αντίκτυπο που έχουν όσα λέμε ή γράφουμε με επικριτική διάθεση στο ψυχισμό των άλλων και τις επιπτώσεις που μπορούν να επιφέρουν τα λόγια ή τα κείμενά μας στους ανθρώπους στους οποίους στρέφουμε τα φαρμακερά βέλη μας.

 

 

 

Είμαι κι εγώ στο ίδιο ταξίδι με σας. Δεν βρίσκομαι σε άλλο μονοπάτι. Όλοι βαδίζουμε προς την τελειοποίηση. Είμαστε μαζί, γύρω μας βασιλεύει το χάος, και βαδίζουμε στο μονοπάτι του επιστροφής στην Εστία μας και της αυτογνωσίας. Η διαφορά είναι ότι κάποιοι από εμάς, δεν το συνειδητοποιούν και καθυστερούν δίνοντας μεγάλη σημασία σε αξίες που δεν έχουν αξία, σε υλικά πράγματα αυτού του κόσμου και κρίνουν και επικρίνουν τους πάντες και τα πάντα. Έχουν περιορίσει την οπτική τους σε αυτόν τον κόσμο και νομίζουν ότι εμποδίζονται από τις καταστάσεις και τους άλλους ανθρώπους, ενώ στην πραγματικότητα είναι αυτοί που επιλέγουν. Προσπαθούν ν’ αλλάξουν τις εξωτερικές συνθήκες και δεν επιχειρούν ν’ αλλάξουν την οπτική τους.

 

Ας είμαστε ειλικρινής.

 

Προσπαθούμε να χειριστούμε ανθρώπους, γεγονότα και καταστάσεις;

 

Η ξυπνάμε κάθε φορά σε μια καινούρια μέρα, γνωρίζοντας πως έχουμε ένα Οδηγό ο Οποίος μας δείχνει που να πάμε;

 

Ας ξεχάσουμε τους άλλους ανθρώπους. Αφορά εμάς και μόνο. Αν κάτι δεν λειτουργεί στην ζωή μας, ας το αφήσομε να φύγει. Ας μην κολλάμε. Ας μην πιέζουμε κάτι που δεν δουλεύει να λειτουργήσει. Ο Θεός έχει τον χάρτη, και Αυτός γνωρίζει τον δρόμο.

 

Ας μην κρίνουμε τίποτα από ότι συμβαίνει.

 

Ας αφήσομε τον Θεό να αναλάβει.

 

Έχετε προσέξει ότι ο Θεός αφήνει «ταμπέλλες» στον δρόμο για μας;

 

 

Πολλές φορές έχω νιώσει ότι με ωθεί προς τα εμπρός. Με οδηγεί σε νέα μέρη που χρειάζεται να πάω. Όταν ακολουθώ λάθος μονοπάτι και χάνω τον δρόμο, κάτι θα συμβεί – κυριολεκτικά μερικές φορές χρειάζεται να με τραβήξει  για να με επαναφέρει!! Τον ευγνωμονώ!!

 

Πόσες «ωθήσεις» και «παρακινήσεις» χρειάστηκα για να φτιάξω αυτό το μπλόγκ!! Με είχε πάρει από το χεράκι και με οδηγούσε. Μου έστειλε ανθρώπους να μου το πουν και να το ξαναπούν. Με καθοδήγησε στο τι να γράφω και πως..!!

 

Πόσο χαίρομαι που έχω έναν Οδηγό που γνωρίζει τον δρόμο και με οδηγεί!

Η αγάπη είναι αυτή που δίνει νόημα στο σύντομο πέρασμά μας από τούτο τον κόσμο. Επιλέγουμε να σπαταλούμε τη ζωή μας σε ανούσιες αντιπαραθέσεις χάνοντας ταυτόχρονα το αληθινό νόημά της. Ο χρόνος όμως δεν γυρίζει πίσω και πρέπει να έχουμε πάντα στο μυαλό μας ότι αυτό που προέχει είναι να προσπαθούμε να κάνουμε τους γύρω μας ευτυχισμένους και χαρούμενους και όχι να τους πικραίνουμε ωθώντας τους στη δυστυχία.

 

Δεν γίνεται να αρέσουμε σε όλους ή να μας αρέσουν όλοι. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως πρέπει να λιθοβολούμε τους άλλους, να τους στήνουμε στο εκτελεστικό απόσπασμα και να τραβάμε αβασάνιστα τη σκανδάλη, επειδή απλά δεν μας αρέσουν, να προσπαθούμε να τους μειώσουμε ή να τους επικρίνουμε επειδή διαφωνούμε! Ας ζήσουμε αρμονικά με αγάπη για τους συνανθρώπους μας κι ας κάνουμε την αυτοκριτική πρώτα απ΄ όλα έτσι ώστε να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. Ας διορθώσουμε πρώτα τα δικά μας λάθη κι ας αφήσουμε τα λάθη των διπλανών μας.

 

 

Ποίος στα αλήθεια είναι ικανός να κρίνει;

 

Πέρα από το γεγονός ότι μονό ο Θεός είναι ο αλάνθαστος Κριτής.

Ποίος άλλος στα αλήθεια μπορεί να μας κρίνει;

Με τι κριτήρια και τι δεδομένα κρίνουμε και μας κρίνουν;

Γνωρίζουμε ποίο είναι το σωστό και ποίο το λάθος;

Και πολύ περισσότερο γνωρίζουμε ποίο είναι το σωστό και το λάθος για τον άλλον;

Γιατί λοιπόν κρίνουμε και πολύ περισσότερο πρόχειρα πολλές φορές τους άλλους;

Γιατί δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς κριτική ….και ειδικότερα χωρίς να επικρίνουμε;

 

Την επόμενη φορά που θα είμαστε έτοιμοι να κρίνουμε κάποιον ή κάποιους ας το σκεφτούμε καλύτερα.

 

ΜΗΠΩΣ Ο ΚΑΛYΤΕΡΟΣ ΚΡΙΤΗΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΕΟ ΕΙΝΑΙ Η  <<ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΜΑΣ>>

ΣΟΥ ΔΙΝΩ ΤΗΝ ΕΥΧΗ ΜΟΥ ΟΛΟΨΥΧΑ ΚΑΙ ΣΟΥ ΕΥΧΟΜΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΝΑ ΣΕ ΕΥΛΟΓΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΣΕ ΑΓΙΑΖΕΙ

ΕΑΝ ΤΟ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ

ΤΙ ΜΑΓΚΙΑ ΔΙΑΘΕΤΕΙΣ;

αναρτήθηκε σε: ΩΦΕΛΙΜΑ | 0

Πάντοτε τά φτωχαδάκια διώκονται, καί μένουν κοντά στό Χριστό. Οι άλλοι, πού έχουν αξιώματα, ως επί τό πλείστον πολεμούν τό Χριστό.

Συμφέρον καί μόνο συμφέρον είναι σήμερα οι άνθρωποι, καί τίποτε περισσότερο. Τέτοιοι είναι καί οι δάσκαλοι καί οι καθηγηταί καί οι αξιωματικοί, γιατί όχι καί οι παπάδες καί οι δεσποτάδες, δέν κάνω κάμμυα διάκριση.

 

Καθημερινά βιώνω καταστάσεις  στην περιοχή που ζω.

ξέρετε ποίο είναι όλο το ρεζουμέ;

Οι περισσότεροι γίναμε ψευτοχριστιανοί. Ναι. Ψευτοχριστιανοί. Όλο λογια είμαστε άλλα στην πράξη ένα μεγάλο μηδέν. Παντού κυριαρχεί το συμφέρον και προκειμενου να εξυπηρετηθεί το συμφέρον μου,  λέω χίλια μύρια ψέματα. Λέω όμορφα λογια μονό και μονο για να εισπραξω χειροκροτήματα και μπράβο.

Εδώ Θέλω να θέσω ένα ερώτημα πολύ σοβαρό. Γιατί φοβόμαστε να πούμε ότι δεν είμαστε χριστιανοί;

θα μου πει κάποιος. Μα είμαστε χριστιανοί.

Εγώ επαναλαμβάνω ότι δεν είμαστε πλέον χριστιανοί και αυτό δεν το λέω εγώ άλλα οι πράξεις μας, η συμπεριφορά μας και το ήθος μας, αυτά το μαρτυρούν.

Το άσχημο είναι ότι δεν αντιλαμβανόμαστε ότι στο τέλος γινόμαστε και γελοίοι.

Το χειρότερο είναι ότι δεν έχουμε αντιληφθεί ότι εδώ που φτάσαμε σήμερα, φτάσαμε γιατί θελήσαμε να παραστήσουμε κάτι που δεν είμαστε.

 

Αλήθεια, είμαστε Χριστιανοί;

Πραγματικοί Χριστιανοί, είναι αυτοί πού εκτελούν τίς εντολές τού Χριστού, όχι αυτοί πού λένε«Κύριε Κύριε»

 

Μερικοί ακούγοντας αυτά υψώνουν αδιάφοροι τούς ώμους καί λένε. Αυτά είναι γιά τούς παπάδες καί τούς καλογέρους, δέν είναι γιά μάς πού ζούμε στόν κόσμο. Τά λόγια όμως τής Αγίας Γραφής δέν είναι γιά μία τάξη ανθρώπων. Δέν ήρθε ο Χριστός στόν κόσμο γιά ωρισμένους μόνο, ούτε έδωσε πολλά Ευαγγέλια. Ένα Ευαγγέλιο έδωσε, όπως έναν ήλιο έφτιαξε νά φωτίζει όλο τόν κόσμο. Συνεπώς, οι εντολές Του είναι γιά όλους υποχρεωτικές.

 

Θά πείτε.  Εμείς τώρα δέν είμαστε ούτε Χρυσόστομοι ούτε Βασίλειοι. Δέν έχουμε τό χάρισμα νά διδάσκουμε τό Ευαγγέλιο.

Ακούστε, αγαπητοί. Είμαστε υποχρεωμένοι όλοι νά διδάσκουμε τό Ευαγγέλιο. Γιατί υποχρεωμένοι;

Πώς; Τό Ευαγγέλιο δέν τό διδάσκει μόνο αυτός πού ανεβαίνει στόν άμβωνα. Μπορεί νά τό διδάξει  καί μιά αγράμματη γυναίκα. Κάτι τέτοιες ψυχές κρατάνε τήν πίστη. Η γιαγιά π.χ., πού παίρνει τό παιδάκι στήν αγκαλιά καί τό συμβουλεύει νά μή λέη ψέματα καί άσχημα λόγια, νά μήν πειράζει τά ξένα πράγματα, νά κάνει  τό σταυρό καί τήν προσευχή του, αυτή διδάσκει Ευαγγέλιο. Μιά μάνα, πού μαζί μέ τό γάλα της τρέφει τό παιδί καί μέ τό μέλι τού Χριστού μας, αξίζει παραπάνω από πολλούς ιεροκήρυκεςκαί δεσποτάδες. Μπορεί να σαι αγρότης, τσοπάνος, τεχνίτης, ότιδηποτε. Όταν ζεις τό Χριστό, μπορείς νά μιλήσεις μέ λόγια απλά γι’ αυτό πού ζεις. Δέν χρειάζεται κοσμική μόρφωση, φιλοσοφία καί ρητορεία.

 

Καί τώρα, αδελφοί μου, άς βάλουμε τό χέρι στήν καρδιά καί άς εξετάσουμε όλοι ζούμε τό Χριστό.  Εκτελούμε αυτά πού λέει ο Κύριός μας; Δυστυχώς, άν ζυγίσουμε, όχι τά λόγια, αλλά τά έργα μας, πρέπει νά ομολογήσουμε ότι είμαστε πολύ πίσω. Μοιάζουμε σάν ένα περιβόλι μέ χίλια δέντρα, πού παρ’ όλη τή φροντίδα ούτε ένα καρπό δέν αποδίδει. Είμαστε άκαρπα δέντρα σάν τή συκιά πού καταράστηκε ο Κύριος. Ο Χριστός δέν είχε τίποτε εναντίον τού δέντρου. Τό είπε αυτό γιά τούς λεγομένους χριστιανούς, μέ τήν έννοια ότι, άν είναι άκαρπα δέντρα, θά τούς εγκαταλείψει. Γι αυτό βλέπουμε θεομηνίες, συμφορές, ασθένειες, πολέμους. Είμαστε άκαρποι, φύλλα μόνο έχουμε. Είμαστε κενοί από ουσία, περιεχόμενο, αγάπη, ευσπλαχνία. Είμαστε σάν ένα περιβόλι πού σ’ όλα τά φυτά του έχει πέσει περονόσπορος.

 

Ακαρπία επικρατεί. Ρίξτε μιά ματιά στόν τόπο μας. Είμαστε τόσα εκατομμύρια ορθόδοξοι Χριστιανοί. Άν ήμασταν πραγματικά Χριστιανοί, άν εφαρμόζαμε αυτά πού λέει τό Άγιο Ευαγγέλιο, άν οι κληρικοί πρώτα καί όλοι οι διοικούντες ήμασταν συνεπείς μέ τήν πίστη μας, τότε η φτωχή μας πατρίδα θά ήταν η ευτυχέστερη χώρα τού κόσμου. Αλλά τώρα πού Χριστιανός; Άν μετρήσης τούς ναούς, τίς καμπάνες, τά χρυσά άμφια, τίς πατερίτσες, τά εγκόλπια, τά εξωτερικά στοιχεία, αυτά είναι πολλά. Μά Χριστιανός πού; Δείξτε μου Χριστιανό καί Χριστιανή, άνθρωπο πού νά πιστεύει στό Χριστό, νά τρέχει στίς προσταγές Του μέ καρδιά, μέ μαρτυρία, μέ τήν όλη βιοτή του, δείξτε μου ένα πραγματικό Χριστιανό, πού νά είναι τό φώς του κόσμου καί τό αλάτι τής γής, νά πέσω νά τόν προσκυνήσω. Άν ήμασταν πραγματικά Χριστιανοί ορθόδοξοι, όπως ήταν οι πρόγονοί μας τού ’21, δέν θά μπορούσε νά φυτρώσει στόν τόπο μας ούτε άθεος μαρξισμός ούτε αντίχριστος μασονισμός ούτε ψευδομάρτυρες τού Ιεχωβά ούτε τόσες άλλες αιρέσεις καί ιδεολογίες καί θρησκείες.

 

 

Τό συμπέρασμα, αδελφοί μου. Στό Μεσολόγγι ήρθε καί πέθανε ένας μεγάλος Άγγλος φι λέλλην ποιητής, πού προηγουμένως είχε ζήσει ένα βίο αμαρτωλό, ο λόρδος Βύρων. Τό άγαλμά του είναι στημένο εκεί. Μετά τό θάνατό του βρέθηκε ένα σημείωμα, στό οποίο ο μορφωμένος αυτός καί λόγιος έγραφε· «Όποιος γεννήθηκε στόν κόσμο καί δέν διάβασε τό Ευαγγέλιο, είναι δυστυχής». Αλλά πιό δυστυχής είναι ποιός; Αυτός πού διάβασε καί άκουσε τό Ευαγγέλιο αλλά δέν τό εφήρμοσε, πήγε κόντρα καί τό κατεπάτησε.

Αδέρφια μου, μπροστά μας είναι τό φώς, τό Ευαγγέλιο. Δέ χρειαζόμαστε πολλά. Τό Ευαγγέλιο στό σπίτι, στό σχολείο, στό στρατό, στά δικαστήρια, σέ παλάτια καί καλύβες, στά χωριά καί τίς πόλεις. Τό εφαρμόσαμε, τό ζήσαμε; χαράς ευαγγέλια, ευτυχία στή γή.

Και να το πω διαφορετικα. Είναι μαγκιά είναι να είσαι του Θεού.

Τελικά πόσο μάγκας είσαι;

Η απιστία, δεν είναι μαγκιά. Η αμαρτία, δεν είναι μαγκιά. Να υπάρχεις απλά για τις επιθυμίες σου, δεν είναι μαγκιά.

Το να μιλάς χωρίς να πράττεις, δεν είναι μαγκιά.

Το να ζεις στο καβούκι του «εγώ» σου, δεν είναι μαγκιά.

Το να κάνεις κάτι επειδή «το κάνουν οι πολλοί», δεν είναι μαγκιά.

Μαγκιά είναι να βουτάς σε ουρανούς δυσπρόσιτους για τους πολλούς.

Μαγκιά είναι να σκαρφαλώνεις σε κόσμους αρετής και νήψης.

Μαγκιά είναι να μπορείς να βλέπεις τα λάθη σου.

Μαγκιά είναι να λες συγνώμη.

Μαγκιά είναι να ζεις για τους άλλους.

Μαγκιά είναι να αγαπάς την αλήθεια και να την ομολογείς.

 

Σήμερα ξεκινά η αγία και μεγάλη τεσσαρακοστή των Χριστουγέννων.

Σε 45 ημέρες θα γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα αλλά πως θα τα γιορτάσουμε;

 

Οι άνθρωποι συνήθισαν να έχουν ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΧΩΡΙΣ ΧΡΙΣΤΟ! Έτσι έµαθαν, έτσι το κατάλαβαν και έτσι το ζούνε.

Μόνο που στις ΕΣΧΑΤΕΣ ΗΜΕΡΕΣ που ζούµε και ενώ το ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΝΟΜΙΑΣ ήδη ενεργείται,  δεν διστάζουν να το απαιτούν χωρίς ίχνος συστολής. «Βγάλτε έξω από τα Χριστούγεννα τον Χριστό!»

Εδώ και καιρό τα Χριστούγεννα, είχαν καταντήσει µια γιορτή χωρίς κανένα απολύτως ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ περιεχόμενο. Κυριολεκτικά, ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΧΩΡΙΣ ΧΡΙΣΤΟ!

Σπίτια, πλατείες, δρόµοι και µαγαζιά φορτωµένα µε χίλια δύο εντυπωσιακά στολίδια, Αγιοβασίληδες κάθε µεγέθους, ελαφάκια, χιονανθρωπάκια, έλκηθρα, αστεράκια, γλυκά, ζαχαρωτά, «εορταστικά προγράµµατα» στην ΤV, πλούσια τραπέζια, ακριβές τουαλέτες, πολυτελή ρεβεγιόν, ξέφρενα γλέντια, και τυχερά παιχνίδια µέχρι τα ξηµερώµατα και του…χρόνου πάλι καλά νάµαστε.

Αλήθεια, αν κάποιος «άσχετος» επισκεπτόταν τις «χριστιανικές» πόλεις, αυτές τις «γιορτινές» ηµέρες, αποκλείεται να καταλάβαινε ότι το τιµώµενο πρόσωπο είναι ο Χριστός. Εάν τον ρωτούσαν, µάλλον θα απαντούσε ότι πρόκειται για κάποιο παππού µε άσπρη γενειάδα και κόκκινα ρούχα!

Μάλιστα! Χριστούγεννα, που ο µόνος ΑΠΩΝ είναι ο Χριστός! Ποιος τον θυµάται άραγε. Αυτό όµως που συµβαίνει στις ηµέρες µας είναι, ίσως, το τελειωτικό κτύπηµα σε µία εορτή που, έτσι κι αλλιώς, είναι φορτωµένη µε κάθε λογής έθιµα που καµία σχέση δεν έχουν µε την διδασκαλία του Ιησού Χριστού και την ζωή των πρώτων χριστιανών, αλλά έχουν ξεκάθαρη ειδωλολατρική προέλευση και αποτελούν αποµεινάρια αρχαίων παγανιστικών κοινωνιών και εμείς τα υιοθετούμε.

Υιοθετούμε ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΧΩΡΙΣ ΧΡΙΣΤΟ. Ποσό  και τι χριστιανοί είμαστε αφού γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα χωρίς Χριστό;

 

Εύχομαι και προσεύχομαι πρώτα για μένα τον αμαρτωλό και μετά για όλους εσάς,  τά λόγια αυτά, λόγια πού κήρυξε ο Χριστός καί οι απόστολοι, νά γίνουν«καλά έργα».Καί τότε δι ημών νά δοξάζεται ο Πατήρ, ο Υιός καί τό άγιο Πνεύμα εις αιώνας αιώνων αμήν.

ΕΑΝ ΤΟ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ

Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ

αναρτήθηκε σε: ΩΦΕΛΙΜΑ | 0

Δεν είναι δική μου δουλειά να κρίνω τι κάνει ο καθένας. Δουλειά μου είναι να κρίνω τι κάνω εγώ σαν άτομο. Ο κόσμος είναι ένα τρελό θηριοτροφείο κι αν κάτσω να ασχοληθώ με όσα κρύβει, θα καταλήξω κι εγώ σε ένα κλουβί γεμάτο αναπάντητα ερωτήματα. Δεν χρειάζεται να λυπάμαι για κάτι που δεν ορίζω ως άτομο όπως η συμπεριφορά των άλλων. Εγώ θέλω να είμαι καλός, να τα παίζω όλα για όλα και να δίνω το καλύτερο. Το αν οι άλλοι θέλουν να φέρονται σκάρτα εμένα δεν με αφορά. Όλα στην ζωή είναι επιλογές κι έχω μάθει να μην ντρέπομαι για τις δικές μου.

.

Η ζωή πολλές φορές μοιάζει με ρινγκ. Πολλά είναι τα χτυπήματα που δέχεται ο άνθρωπος στο διάβα της ζωής του. Αυτά τα χτυπήματα πρέπει να αγωνιστούμε να αντέξουμε.

 

Αλήθεια. Γιατί οι παλιοί ήξεραν να παλεύουν την ζωή και οι σημερινοί άνθρωποι δεν ξέρουν να παλεύουν η δεν θέλουν?

Πολλοί όμως δεν ξέρουν πως ζούσαν οι παλιοί άνθρωποι.

Πώς ήταν η ζωή στα παλιά χρόνια;

 

Η ζωή παλιά ήταν σκληρή και δύσκολη. Όλοι γυναίκες κι άντρες δουλεύανε σκληρά όλη μέρα, άλλοι στα χωράφια, άλλοι στα πρόβατα. Οι γυναίκες βοηθούσαν τους άντρες στις εξωτερικές εργασίες, αλλά και οι δουλειές του σπιτιού δεν ήταν τόσο εύκολες, γιατί δεν υπήρχε η εξέλιξη της τεχνολογίας. ¨Έπρεπε να ζυμώσουνε το ψωμί του σπιτιού κάθε μέρα, να πλύνουνε τα ρούχα στην σκάφη, να μαζεύουνε ξύλα για την φωτιά. Η ζωή κάθε μέρα ήταν ένας αγώνας επιβίωσης αλλά οι άνθρωποι τότε ήταν πολύ αγαπημένοι και δεμένοι. Καθόντουσαν  τα βράδια όλοι μαζί και λέγανε ιστορίες, συζητούσανε τα προβλήματα τους. Υπήρχε επικοινωνία. Όχι όπως σήμερα που όλοι κάθονται στην τηλεόραση και στους υπολογιστές και ξεχάσανε να επικοινωνούνε μεταξύ τους. Οι άνθρωποι τα χρόνια εκείνα  ήταν απλοί,  μαζεύονταν στις πλατείες και κάνανε παρέες ,χόρευαν ,διασκέδαζαν κι έλεγαν ανέκδοτα, θέλανε λιγότερα πράγματα για να είναι  ευχαριστημένοι.

Και το χειρότερο αντιμετώπισαν και έναν πόλεμο.

Τα παιδιά τι παιχνίδια έπαιζαν;

Παλιά τα παιδιά  δεν είχανε παιχνίδια, δεν είχανε τέτοιες πολυτέλειες. Αν θέλανε να παίξουνε  έπρεπε να βάλουνε τη φαντασία τους να δουλέψει. Δημιουργούσανε παιχνίδια απ το τίποτα, με χαλικάκια και ξυλαράκια όπως για παράδειγμα τα Κισκιντάκια, τον Καλόγερο, τις Σβούρες  κα. Αν θέλανε να φτιάξουνε κούκλες παίρνανε παλιά πάνινα κουρέλια και τις φτιάχνανε μόνα τους τα κορίτσια.

Με λίγα λόγια οι άνθρωποι τότε είχαν θάρρος και το θάρρος αυτό είχε  νικήσει τον φόβο.

Και τότε  η φτώχεια, οι ασθένειες και ο θάνατος υπήρχε. Ψυχίατροι και ψυχολόγοι δεν υπήρχαν τότε, η και να υπήρχαν ήταν ο ένας στην ανατολή και ο άλλος στην δύση.

Σήμερα σε κάθε γωνιά ξεπροβάλει καθημερινά και ένας ψυχίατρος η ψυχολόγος.

Οι περισσότεροι άνθρωποι κάνουν ουρά απ έξω. Βλέπεις  σήμερα θέλουμε ο κάθε ένας από εμάς τον ψυχολόγο του.

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό? Γιατί  ο φόβος πήρε την θέση του θάρρους.

Εάν δεν καλλιεργήσουμε το θάρρος και συνεχίσουμε να  αφήνουμε χώρο στον φόβο, δεν μας φταίει κανείς, γιατί συνήθως όλοι μας ρίχνουμε τις ευθύνες  στους άλλους. Αυτό είναι το πιο εύκολο αλλά αυτό είναι και φόβος και δειλία μαζί.

Όταν χάνεις το θάρρος σου, χάνεις τα πάντα.. Οι δυσκολίες, οι λύπες και τα αναπάντεχα τις ζωής, θέλουν θάρρος για να αντιμετωπιστούν. Αν καταφέρουμε να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα με περισσότερη γενναιότητα, θα καταφέρουμε να πετύχουμε πολλά που τα θεωρούμε ακατόρθωτα! Ακόμα και αν η αποτυχία φέρνει απογοήτευση, το θάρρος είναι αυτό που θα ανακτήσει την ελπίδα και την προσπάθεια! Ακόμα και όταν τα πράγματα φαίνεται να έχουν πάρει λάθος δρόμο και πορεία, το θάρρος είναι αυτό που θα μας βοηθήσει να δημιουργήσουμε έναν πιο δίκαιο και όμορφο κόσμο, και αυτό είναι που πρέπει να διδάξουμε εμείς οι μεγάλοι στα παιδιά!

Δυστυχώς, οι άνθρωποι πολλές φορές έχουν τόση λίγη πίστη στον εαυτό τους, ώστε δεν πιστεύουν στις σκέψεις και στις αποφάσεις τους και πρέπει να βασίζονται σε εξωτερικούς παράγοντες και σε παροτρύνσεις για να αποφασίσουν. Οι άνθρωποι αυτοί σκέφτονται θετικά όταν βρίσκονται με θετικούς ανθρώπους αλλά όταν μείνουν μόνοι τους τα ξεχνούν όλα και κλείνονται πάλι στις αρνητικές τους σκέψεις. Δεν διεκδικούν τα δικαιώματά τους από φόβο και μόνο για το τι θα πουν οι άλλοι. Δεν θέλουν να βρεθούν σε ηγετικές θέσεις. Πέφτουν στην παγίδα να κατηγορούν τη τύχη και να λένε πως είναι άδικο όταν από επιλογή τους μένουν πίσω. Με άλλα λόγια, επιτρέπουν στον εαυτό τους να κυβερνάται από τις περιστάσεις.

Το θάρρος είναι αυτό που χρειάζεται για να σηκωθείς επάνω και να μιλήσεις. Το θάρρος είναι επίσης αυτό που χρειάζεται για να κάτσεις κάτω και να ακούσεις. Το να ζεις θέλει θάρρος. Χρειάζεται μεγάλη γενναιότητα για να τολμάς να είσαι ο εαυτός σου. Αυτοί που έχουν θάρρος και πίστη δεν θα πάνε ποτέ χαμένοι. Το μόνο που είναι απαραίτητο είναι να έχεις θάρρος, γιατί η δύναμη χωρίς αυτοπεποίθηση είναι περιττή. Οι πιο πολλοί από μας έχουμε περισσότερο θάρρος από ότι  έχουμε ονειρευτεί ποτέ αλλά το κρύβει ο φόβος.

Οχυρώστε το θάρρος με το τείχος της υπομονής.  Την υπομονή την αποκτά ο άνθρωπος από την πίστη.

 

Άλλωστε αυτό το ομολογεί ο Ίδιος ο Ιησούς χριστός.

Είναι πάρα πολλές οι περιπτώσεις εκείνες που ο Θεός προσπαθεί να καθησυχάσει τον άνθρωπο και να του διώξει τον φόβο.  Ο Φόβος δεν παύει να είναι μια ανθρώπινη αδυναμία αλλά και ο Θεός δεν παύει να λέει, «μη φοβάσαι». Όλη η Αγία Γραφή,  μας πληροφορεί πως δεν πρέπει να φοβόμαστε, αλλά αυτό που χρειάζεται από την πλευρά μας, είναι να πιστεύουμε.

Στην καθημερινή μας ζωή, οι ατέλειωτες αναφορές για εγκληματική βία, λιμό, πολέμους, διαφθορά, τρομοκρατία, κατάπτωση των αξιών, αρρώστιες και για καταστροφικές δυνάμεις της φύσης, μπορούν να προξενήσουν φόβο και ανησυχία. Σίγουρα ζούμε στην εποχή για την οποία προείπε ο Κύριος.

 

Αν θέλουμε να δούμε ένα καλύτερο αύριο για τον κόσμο γύρω μας, οφείλουμε να ξεπεράσουμε τους φόβους μας, να ενεργοποιήσουμε το δυναμικό μας και να αναπτύξουμε τα ταλέντα μας. Οφείλουμε να βοηθήσουμε και άλλους να κάνουν το ίδιο και ο καλύτερος τρόπος για να ενεργοποιήσουμε και άλλους είναι να είμαστε εμείς το καλό παράδειγμα. Να δείξουμε πως όλοι μας μπορούμε να ξεπεράσουμε και να υπερνικήσουμε τους φόβους μας.

 

Σπουδαία σημασία για όλους τους χριστιανούς έχει ο Νικητής Χριστός. Είναι ο Θεός μας και ο Αρχηγός μας. Κοντά Του μετέχουμε και εμείς στη δόξα και το θρίαμβό Του. H νίκη μας στη ζωή είναι αποτέλεσμα της νίκης Εκείνου. Γιατί μας καλεί να μας κάνει μετόχους και κοινωνούς αυτής της νίκης Του.

 

 

Από εμάς εξαρτάται να συνειδητοποιήσουμε την αξία και τιμή που μας κάνει. Και από εμάς εξαρτάται να την κάνουμε δική μας αυτή τη νίκη και να βγούμε και εμείς νικητές και τροπαιούχοι μέσα απ’ τον αδιάκοπο αγώνα, που όλοι μας έχουμε αναλάβει. Κοντά στον Νικητή Χριστό θα γίνουμε και εμείς νικητές. Απ’ το θρίαμβό του θα αντλήσουμε και εμείς θρίαμβο και απ’ τη δόξα Του δόξα.

ΕΑΝ ΤΟ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ

Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΟΥ ΣΠΑΕΙ ΚΟΚΚΑΛΑ

αναρτήθηκε σε: ΩΦΕΛΙΜΑ | 0

«Σπάει κόκκαλα» η επιστολή του Βολιώτη π. Δημήτριου Κατούνη που δημοσιεύθηκε χθες, Κυριακή 11 Νοεμβρίου στην «Καθημερινή» και αποτυπώνει με καυστικό λόγο τα συναισθήματα που προκαλούν στον ίδιο αλλά και το σύνολο των κληρικών, η απόφαση πρωθυπουργού και Αρχιεπισκόπου.

Ξεκινώντας την επιστολή του, ο π. Δημήτριος συστήνεται, λέγοντας: «Είμαι ένας τεμπέλης παπάς της επαρχίας, που πριν από εικοσιοκτώ χρόνια φόρεσα το ράσο ανάξια. Η Πολιτεία με προσέλαβε και με συντηρεί όλ’ αυτά τα χρόνια.

 

Σήμερα ξαφνικά και απροειδοποίητα, χωρίς λόγο και αιτία, με απολύει. Είμαι και ανόητος, διότι επενδύοντας στην πρόσληψή μου αυτή, έκανα μία μεγάλη οικογένεια, πήρα ένα διαμέρισμα για να τη βάλω μέσα, ένα αυτοκίνητο για να τη μετακινώ και ένα δάνειο τριάντα ετών για να ανταποκριθώ σ’ ὀλ’ αυτά.

 

Οι πιο μεγάλοι και μυαλωμένοι με συμβούλεψαν να το κάνω, γιατί, λέει, ο μισθός μου ήταν μία διασφάλιση». Αναφερόμενος στην στάση του Αρχιεπισκόπου και την έκπληξη που προκάλεσε, επισημαίνει ότι: « Σήμερα που ηλικιακά βρίσκομαι «στου δρόμου τα μισά», υπερβαίνοντας σιγά – σιγά τα πενήντα, ξυπνώ μία ημέρα και βλέπω το φυσικό μου προστάτη, τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος, να συγχαίρει τον κ. Πρωθυπουργό, διότι με απέλυσε. Βλέπω τον πνευματικό πατέρα και Προκαθήμενο της Ελλαδικής Εκκλησίας να ευχαριστεί την κοσμική εξουσία, διότι εμένα και μερικές άλλες χιλιάδες συναδέλφους μας, μαζί με τις οικογένειές μας, μάς αφήνει μετέωρους στις αποφάσεις και στις διαθέσεις των πολιτικών της κάθε εποχής.

 

Μάλλον δεν ήταν αρκετό ότι τα οκτώ χρόνια της κρίσεως συμπαραστάθηκα στους ανθρώπους υποφέροντας μαζί τους, ταΐζοντάς τους από το συσσίτιο της ενορίας μου, πληρώνοντας τους λογαριασμούς τους, εξαντλώντας κάθε γνωριμία μου για να έχουν φάρμακα και περίθαλψη». Εργα φιλανθρωπίας Σε άλλο σημείο της επιστολής του, ο εφημέριος του ιερού ναού Αναλήψεως Βόλου, σημειώνει: «Εγινα ο πιο φτωχός απ’ τους φτωχούς, αφού ο μισθός μου κατέστη ο χαμηλότερος του δημοσίου τομέα. Ζητιάνεψα για το χατίρι τους πολλές φορές. Σταμάτησα τα έργα του Ναού, για να γίνουν τα έργα της αγάπης και της φιλανθρωπίας. Μοιραστήκαμε όλοι μαζί το πιάτο, το ζεστό φαῒ, το δάκρυ της απόγνωσης, το χαμόγελο της παρηγοριάς, την αγκαλιά της αλληλοστήριξης».

 

Η αρμονική συμπόρευση με τον Μητροπολίτη Δημητριάδος κ. Ιγνατίου, υπογραμμίζεται ιδιαιτέρως από τον υπογράφοντα πρωτοπρεσβύτερο, ο οποίος τονίζει χαρακτηριστικά: «Συμπορευθήκαμε και συλλειτουργήσαμε με το Δεσπότη μας αρχηγό, κι όλοι μαζί ενωμένοι στη μεγάλη Εκκλησιά της υπομονής. Πήγαμε μπροστά. Δεν διχαστήκαμε. Ενιωσα ένα σώμα με όλους, ένας λαός κοινός, αγαπημένος, γιατί κι εμείς κομμάτι αυτού του λαού είμαστε. Τώρα ελπίζαμε πως θα ξεφύγουμε επιτέλους. Ελπίζαμε σ’ ένα φως. Ελπίδα, σαν όνειρο παιδικό, απραγματοποίητο ακόμη». Συναισθήματα πικρίας, αλλά και αγανάκτησης, αποτυπώνονται στην επιστολή του π. Δημητρίου, ο οποίος σημειώνει με νόημα: «Σκέπτομαι τώρα πια, πως μάλλον έχουν δίκιο∙ δεν άξιζα την ιδιότητά μου ως δημοσίου υπαλλήλου και έπρεπε να απολυθώ. Σκέφτομαι πως η πνευματική εργασία που κατέβαλα όλ’ αυτά τα χρόνια, τα κείμενα που παρήγαγα, η διδασκαλία που απηύθυνα, οι κατασκηνώσεις τα καλοκαίρια που έστησα, η νεότητα που συναναστράφηκα, οι τέχνες που καλλιέργησα, οι οικογένειες που επανένωσα, οι γάμοι που ευλόγησα, οι βαπτίσεις που χάρηκα, οι ψυχές που ξεκούρασα στην εξομολόγηση, οι οικογένειες που παρηγόρησα στο πένθος, οι χαρές που πολλαπλασίασα με τις ευχές μου, οι άνθρωποι που ενθάρρυνα με τις προτροπές μου, το περιβάλλον που βοήθησα με τις ευαισθησίες μου και πολλά ακόμη, που αυτή τη στιγμή μου διαφεύγουν λόγω σύγχυσης, δεν μετράνε!» Αποφάσεις «για μένα, χωρίς εμένα» Η εν δυνάμει απόλυση 10.000 κληρικών από το δημόσιο, που έχει προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων, καταγράφεται με σκληρή γλώσσα από τον π. Δημήτριο Κατούνη, ο οποίος υπογραμμίζει στην επιστολή του: «Το «δημοσιοϋπαλληλίκι» για μένα δεν ήταν ντροπή. Ηταν τιμή. Ηταν μία ένδειξη εκτίμησης της Πολιτείας για μένα που δούλευα για ‘κείνη και για τον λαό. Δεν ήταν βόλεμα.

 

Ηταν μία μικρή ανάπαυση για να μην «διακονώ τραπέζας», αλλά να είμαι ανέμελος στην επίδοση των πνευματικών καθηκόντων και της διακονίας μου. Φαίνεται όμως πως οι κεφαλές του Κράτους και της Εκκλησίας δεν συμφωνούν μαζί μου. Εκείνοι αποφάσισαν πως από εδώ και πέρα πρέπει να έχω μέριμνα για το βιοπορισμό των παιδιών μου, για την αποπληρωμή των δόσεων, για την ικανοποίηση των ατελείωτων λογαριασμών, για την τακτοποίηση των φορολογικών μου υποχρεώσεων. Ετσι ο ένας θα δώσει τη θέση μου σε κάποιον άλλον, που θα τον προσλάβει τώρα, για να με κάνει μισητό και αντιπαθητικό απέναντι στην κοινωνία, επειδή του έτρωγα τη θέση τόσα χρόνια, και ο άλλος θα με παρηγορήσει με λόγια πατρικά και όμορφα, που ακούγονται απόλυτα ψεύτικα, όταν δεν τα νιώθουμε εμείς οι κληρικοί»…

 

Κλείνοντας την επιστολή του, ο π. Δημήτριος, εκφράζει την σαφή αντίθεσή του απέναντι στο κοινό ανακοινωθέν του πρωθυπουργού και του Αρχιεπισκόπου. «Δόξα το Θεό, οι δυό τους αποφάσισαν «για μένα χωρίς εμένα» βεβαίως «για το καλό μου» και έτσι ξαφνικά «…ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω», που θα ‘λεγε κι ο φίλος μου από την Αλεξάνδρεια. Ετσι η Ελλάδα μπορεί πλέον να χαρεί, διότι απαλλάχθηκε από τους χαραμοφάηδες που την άρμεγαν τόσα χρόνια και τώρα πλέον λαμπρά θα τραβήξει το δρόμο της προόδου και της ευημερίας! Καλή πορεία», καταλήγει.

ΕΑΝ ΤΟ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ