ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ ΕΑΝ ΕΙΣΑΙ ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ;

αναρτήθηκε σε: ΨΥΧΩΦΕΛΗ ΚΕΙΜΕΝΑ | 0

Για να μην παρεξηγηθούμε, το άρθρο αυτό δεν ασχολείται με το τι γνώμη έχει ο κόσμος για τον συνειδητό Χριστιανό, αλλά για να προβληματιστούμε εμείς οι ίδιοι με το τι Χριστιανοί είμαστε και πώς φροντίζουμε να αλλοιώσουμε την εικόνα του Χριστιανού στον κόσμο.

Πολλές φορές αν ρωτήσεις τον σύγχρονο άνθρωπο τι είναι, τι εικόνα έχει και τι σημαίνει για αυτόν «Χριστιανός», στην καλύτερη περίπτωση θα σου απαντήσει ότι πρόκειται για κάποιον καλό άνθρωπο, που πάει στην εκκλησία και ντύνεται συντηρητικά. Ο ερωτηθείς συνήθως καταλήγει λέγοντας ότι γενικά ο άνθρωπος της εκκλησίας είναι αυτός που έχει ως στάση ζωής έναν αρνητισμό εκεί όπου ο κοινός σύγχρονος άνθρωπος βρίσκει νόημα και χαρά.

Άραγε είμαστε αληθινοί χριστιανοί; Νηστεύουμε, εκκλησιαζόμαστε, προσευχόμαστε, εξομολογούμαστε… Χριστιανοί όμως δεν είμαστε… Πολλοί εγκλωβιζόμαστε στους «νόμους» και δεν προχωρούμε στην ουσία των πραγμάτων. Διότι αντί να αποκτούμε διαμέσου όλων των παραπάνω αγάπη, συγκατάβαση, συγχωρητικότητα, υπομονή, κατανόηση, ταπείνωση, γινόμαστε πιο σκληροί, αυτοανυψωνόμαστε σε κριτές των άλλων -των αμαρτωλών- λες και εμείς είμαστε οι αμόλυντοι και αναμάρτητοι… Τελικά, Χριστιανός είναι ο Άνθρωπος της Αγάπης και όχι ο άνθρωπος των νόμων, είναι ο Άνθρωπος της Υπακοής και της Ταπείνωσης και όχι ο άνθρωπος του φανατισμού και του αδιάκριτου ζηλωτισμού… Είναι κρίμα να νομίζουμε ότι θα βρούμε τον Χριστό μέσα από τις κατακρίσεις των άλλων, τις διαβολές, την επιδειξιομανία και την τήρηση κάποιων εντολών χωρίς την αναζήτηση της ουσίας της Χριστιανικής διδασκαλίας. Ας μην γελιόμαστε… “μπορεί να είμαστε της Εκκλησίας” αλλά του Χριστού δεν θα γίνουμε ποτέ, εάν δεν αποτινάξουμε την εμπάθεια και τον εγωισμό που φωλιάζει μέσα στην καρδιά μας. Τα χρόνια μας περνούν μέσα στην Εκκλησία του Χριστού, χωρίς να γνωρίσουμε τον Χριστό. Τα χρόνια μας περνούν διαβάζοντας και μελετώντας τους λόγους των Θεοφόρων Πατέρων που βίωσαν την Παρουσία του Παρακλήτου, χωρίς να μας αγγίζει ουσιαστικά και βαθιά ο λόγος τους.

Αληθινός χριστιανός, να ξέρεις δεν γεννιέσαι, είναι απόφαση ζωής. Είναι ένας αγώνας δύσκολος,  δρόμος με  ανηφόρα. Αληθινός χριστιανός γινεται ο ανθρωπος όταν κοβει το εγω. Ο χριστιανός είναι πάροικος σε τούτη τη γη. Ζει για να μεταφέρει την ειρήνη της Ουράνιας Βασιλείας. Για να μεταφέρει την ελπίδα, την χαρά, την φρόνηση, το χαμόγελο, την ζεστασιά. Για να απλώσει το στοργικό χέρι. Ο αληθινός Χριστιανός δεν παραλείπει να συχνάζει στην Εκκλησία, στις κοινές συνάξεις και στις προσευχές, και δεν περιφρονεί τα θεοσεβή δόγματα ή τις σοφές συμβουλές, που ίσως θα του δώσουν. Δεν κατηγορεί, δεν ονειδίζει, ούτε κάνει τίποτα άλλο από όσα απαγορεύονται, αλλά τηρεί με προσοχή και με επιμέλεια τις εντολές του Χριστού και εκτελεί αυτές.

Εκείνος που θα αποφύγει να κάνει κακό στον εχθρό του, και θα κάνει υπομονή για λίγο καιρό, αργότερα μένει ενθουσιασμένος και ικανοποιημένος, αναμένοντας καλές ελπίδες και προσδοκώντας από τον Θεό την ανταμοιβή της ανεξικακίας του.

Τόσο σπουδαίο αγαθό είναι η ειρήνη, ώστε εκείνοι που δημιουργούν και επαναφέρουν την ειρήνη ονομάζονται « υιοί Θεού »…ενώ οι πράττοντες το αντίθετο πρέπει να ονομάζονται υιοί του διαβόλου.

Δεν  τα έγραψα όλα αυτά για να κάνω τον άγιο. Όχι. Εγώ είμαι πιο αμαρτωλός από ότι είσαι εσύ. Εγώ έχω πιο πολλά πάθη  και πολλές αδυναμίες από εσένα. Γι αυτόν τον λόγο χρειάζομαι κι εγώ βοήθεια στον αγώνα που κάνω  για να γίνω αληθινός χριστιανός.

Θα  κλείσω το κείμενο με μια διδακτική αληθινή ιστορία.

Γεμάτα τα μικρά στρογγυλά τραπεζάκια μέσα και έξω από το καφενείο, γεμάτα από βιαστικούς πελάτες που έρχονται έτσι στα γρήγορα έναν καφέ να πιουν, να στυλωθεί η ψυχή τους, και μετά να ξαναπάνε απέναντι, δίπλα να σταθούν στο δικό τους άνθρωπο, δίπλα ή καλύτερα ένα να γίνουν με τον πόνο και την ανημποριά, που κατάληψη έχουν κάνει σε όλα τα πατώματα, σε όλα τα δωμάτια του μεγάλου νοσοκομείου και έχουν ποτίσει θαρρείς ολόκληρο το τεράστιο οικοδόμημα.

Ένα καφεδάκι, μια-μια η ρουφηξιά αλλά η σκέψη είναι εκεί, και τα πόδια χορεύουν σαν να βιάζονται να πάνε πάλι κοντά σε αγαπημένο άρρωστο.

-Κάτσε εδώ, καλά είναι, τι καφέ θες να πάω να φέρω.

Σε λίγο γύρισε με το δισκάκι, δυο νεράκια και δυο καφεδάκια. Λίγα τα λόγια τους αλλά φανέρωναν την έντασή τους, την έγνοια και την ανησυχία τους.

Μια φωνή έκανε και τους δυο να γυρίσουν το κεφάλι.

-Με λένε Άγγελο και, αν επιτρέπετε, θα ήθελα να καθίσω μαζί σας.

Βουβά δόθηκε η άδεια και ο Άγγελος έσυρε την καρέκλα του και κάθισε κοντά τους με τους ώμους γερμένους, όχι τόσο από τα χρόνια όσο από τον πόνο που κουβάλαγε μέσα του.

-Επάνω η Ελένη μου πεθαίνει. Πονάει, πεθαίνει. Όλα έγιναν ξαφνικά. Πονάω μου είπε εδώ. Στη θάλασσα ήμασταν. Οι εξετάσεις έδειξαν καρκίνο στο πάγκρεας. Οι γιατροί μου είπαν να την ξεγράψω. Έτσι ξαφνικά, όλα, σε ενάμιση μήνα.

-Ο Θεός να σας δίνει δύναμη, το καλύτερο να γίνει.

-Ποιος Θεός; Τίποτα δεν υπάρχει, ούτε Θεός ούτε διάβολος. Τι μου λες τώρα; Τίποτα, τίποτα. Χήρα η Αδριανούλα, η κόρη μου και με ένα κάρο αρρώστιες. Εμείς μεγαλώνουμε τη Γιωργίτσα, την εγγονούλα μας. Τι θα κάνω τώρα; Τι θα κάνω; Ένα φίλο είχα κολλητό 35 χρόνια και τώρα που πλούτισε με πούλησε, ούτε να τη δει δεν ήρθε. Φοβάται μήπως του ζητήσω λεφτά. Τίποτα δεν υπάρχει…

Και ξεστόμισε βλαστήμιες ο Άγγελος, βλαστήμιες φοβερές. Και ανατρίχιασαν όλοι, όσοι τις άκουσαν. Βλαστημούσε Θεό και Αγίους, τη ζωή του την ίδια. Το πρόσωπό του άγριο γεμάτο θυμό, τα χείλια του πανιασμένα το χρώμα του προσώπου του κατακίτρινο και πελιδνό.

Την είδα να απλώνει το χέρι της και τρυφερά να κρατάει το δικό του, λες και τον γνώριζε χρόνια.

-Μη βλαστημάς Άγγελε, μη, σε παρακαλώ.

Άκουσέ με, κοίταξέ με στα μάτια και άκουσέ με.

Μην τα βάζεις με το Θεό. Φαίνεσαι καλός και έξυπνος άνθρωπος.

-Αν υπάρχει, είναι κακός. Αν ήταν καλός, δε θα είχε φτιάξει έτσι τα πράγματα.

-Άγγελε, σκέψου, πόσο καλά τα έχει φτιάξει.

Έφτιαξε τον κόσμο μας όμορφο, αλλά ασχήμια τον γεμίσαμε.

Σκέψου ποιος φταίει, σκέψου ποιος μολύνει, ποιος χαλάει του Θεού την πλάση.

Ποιος φαρμάκωσε τα τρόφιμα, ποιος τα μετάλλαξε, ποιος πείραξε τα φάρμακα.

Εμείς Άγγελε, εμείς καταστρέφουμε τα πάντα.

Εμείς κάνουμε τους πολέμους και αδιάκριτα σκορπάμε το θάνατο.

Εμείς σκορπάμε την ορφάνια.

Εμείς αδειάζουμε τις αγκαλιές των μανάδων.

Εμείς γεμίσαμε όλων των ειδών τους καρκίνους τον κόσμο.

Εμείς ευθυνόμαστε για εκατομμύρια θανάτους από πείνα, δίψα και αρρώστιες.

Άγγελε, μην τα βάζεις με το Θεό. Μην αρνιέσαι τον Πατέρα σου και ορφανεύεις, τώρα που περισσότερο από ποτέ Τον χρειάζεσαι.

-Ξέρεις σε πόσα μοναστήρια πήγα, πόσα τάματα έχω κάνει; Είπε αυτός και η φωνή του είχε μαλακώσει. Το πρόσωπό του ημέρευε.

-Δε μας χρωστάει ο Θεός.

Εμείς χρωστάμε σ’ Αυτόν και στους εαυτούς μας.

Είσαι έξυπνος άνθρωπος, μπορείς να καταλάβεις.

Σήκωσε ψηλά τα μάτια σου, κοίτα Επάνω. Εκεί θα βρεις δύναμη και παρηγοριά.

Θα προσευχόμαστε για σένα, την Ελένη σου την Αδριανή και τη Γιωργίτσα σας. Στο υπόσχομαι.

Το κυρτό του σώμα ίσιωσε, κάλυψε τα μάτια με τα χέρια του και ψιθύρισε ένα ευχαριστώ.

Χωρίς να χαιρετίσει κίνησε να πάει απέναντι, να σταθεί κοντά στην Ελένη του, με βήμα πιο σταθερό κι ας άκουγαν όλοι το λυγμό του.

Γιατί, όταν ο Άγγελος ίσιωσε το κορμί του και κοίταξε ψηλά, έκλαψε.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Εάν επιθυμείς μπορείς από κάτω μπορείς  να γράψεις το δικό σου σχόλιο αλλά και ονόματα που θέλεις να διαβάζονται κατά την ώρα της προσκομιδής.

ΤΑ ΔΙΚΤΥΑ ΜΑΣ
ΕΑΝ ΤΟ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ