ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ;

αναρτήθηκε σε: ΨΥΧΩΦΕΛΗ ΚΕΙΜΕΝΑ | 0

Αθεΐα! Τίτλος μεγάλος και καύχημα για τον σημερινό άνθρωπο. Όποιος τον αποχτήσει (και για να τον αποχτήσει, φτάνει να χειροτονηθεί μοναχός του άπιστος), γίνεται παρευθύς στα μάτια των άλλων σοφός, και ας είναι αμόρφωτος, σοβαρός, και ας είναι γελοίος, επίσημος και ας είναι αλογάριαστος, υπεράξιος και ας είναι ανάξιος, επιστήμονας και ας είναι κουφιοκέφαλος. Δεν μιλώ για τον άνθρωπο που έχει πόθο να πιστέψει, μα δεν μπορεί, με όλο που κατά βάθος πάντα η αιτία της απιστίας είναι η περηφάνια, αυτή η οχιά, που κρύβεται τόσο επιτήδεια μέσα στον άνθρωπο, που δεν μπορεί να την καταλάβει. Όπως και νάναι, οι άνθρωποι που αγωνίζονται και πολεμάνε με τον άπιστο εαυτό τους, έχουνε όλη τη συμπόνεσή μας.

Γι’ αυτούς παρακαλούμε, όσοι πιστεύουμε, να τους βοηθήσει ο Θεός να πιστέψουνε, όπως έκανε σε κείνον τον πατέρα που είχε άρρωστο το παιδί του, και παρεκάλεσε τον Χριστό να το γιατρέψει. Και Κείνος του είπε: «Αν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά σε κείνον που πιστεύει». Και τότε ο πατέρας του παιδιού έκραξε με δάκρυα: «Πιστεύω, Κύριε. Βοήθει μου τη απιστία», δηλαδή «έχω πόθο να πιστέψω, κι’ εσύ, Κύριε, δυνάμωσέ τον». Οι άπιστοι, για τους οποίους μιλούμε, δεν είναι τέτοιοι. Όχι μονάχα δεν κλάψανε ποτέ, για να ανοίξουνε με τον πόνο και με τη συντριβή την κλεισμένη πόρτα, την πόρτα της μετανοίας, όπως έκανε εκείνος ο δυστυχισμένος πατέρας που γράφει το Ευαγγέλιο, αλλά μήτε συγκινηθήκανε ποτέ τους, μήτε αισθανθήκανε καμιά πίκρα για την απιστία τους, μήτε νοιώσανε πως έχουνε γι’ αυτό καμιά ευθύνη, κανένα φταίξιμο. Όλο το φταίξιμο είναι του Θεού, που δεν φανερώνεται μπροστά τους να τους πει: «Ελάτε, ψηλαφήσετέ με, πιάστε με, μιλήστε μαζί μου όπως μιλάτε μεταξύ σας, αναλύσετέ με μέ τη χημεία σας, κομματιάστε με μέ το μαχαίρι της ανατομίας σας, ζυγίστε με, μετρείστε με, ικανοποιήσετε τις άπιστες αισθήσεις σας, χορτάσετε το αχόρταγο λογικό σας!». Αυτοί οι αυτοτιτλοφορούμενοι άπιστοι, σε καιρό που επιδείχνουνε την εξυπνάδα τους, φουσκωμένοι από τον κούφιο αγέρα της περηφάνιας και  από την πονηρή ευστροφία του μυαλού τους, δεν είναι σε θέση οι δύστυχοι, να νοιώσουνε πόσο ανόητοι και στενόψυχοι φαίνονται σε κείνους που πιστεύουνε. Γιατί, για να πιστέψουνε, ζητάνε κάποιες αποδείξεις που κάνουνε τον πιστό να τους ελεεινολογεί για την περιορισμένη αντίληψη που έχουνε για το πνεύμα και για τα πνευματικά ζητήματα.

Ο πιστός ξέρει πολύ καλά ως που μπορούνε να φτάσουνε οι διαλογισμοί του άπιστου, γιατί, και αυτός, σαν άνθρωπος, τους έχει εκείνους τους λογισμούς, τους λογισμούς της σάρκας, τους λογισμούς τούτου του κόσμου. Ενώ ο άπιστος είναι ανύποπτος για όσα έχει μέσα του ο πιστός, και για ότι  βρίσκεται παραπέρα από την πρακτική γνώση του, δηλαδή για τα μυστήρια που είναι κρυμμένα από τα μάτια του, και που γι’ αυτό θαρρεί πως δεν υπάρχουνε. Και  από την ανοησία του κορδώνεται, και μιλά με καταφρόνεση για κείνους που είναι σε θέση να νοιώσουνε τη βαθύτερη σύσταση του κόσμου, ενώ αυτός ο δυστυχής είναι τυφλός και κουφός, και θαρρεί πως τα’ ακούει όλα και πως τα βλέπει όλα. Ο πιστός έχει πνευματικά μάτια και πνευματικά αυτιά, καθώς και κάποια «υπέρ αίσθησιν». Ο άπιστος πώς να πάρει είδηση από κείνον τον μυστικό κόσμο μόνο με τα χονδροειδή μέσα που έχει, δηλαδή με τις σωματικές αισθήσεις; Πώς να πιάσει τα λεπτά κι’ αλλόκοτα μηνύματα εκείνου του κόσμου, αφού ο δυστυχής δεν έχει τις κεραίες που χρειάζονται για να τα πιάσει;

Ο ( έξυπνος, αυτός που τα ξέρει όλα λέει) « Να κάθεσαι, άνθρωπος με τετρακόσα μυαλά, να χάνεις τον καιρό σου με χαζομάρες, σαν τις γριές, με Θεό, με Χριστό, με Αγίους, με κόλαση και με παράδεισο, με καντήλια, με θυμιατά, με δισκοπότηρα, με παπάδες και με καλόγριες! Και σε ποια εποχή; Στην εποχή μας, που η επιστήμη στέλνει ανθρώπους στους πλανήτες! Ακούς, φίλε μου, βλακεία που έχει αυτός ο κόσμος;». Αυτά λένε για τους πιστούς οι έξυπνοι και οι τιμημένοι τούτου του κόσμου, και τους χειροκροτούνε οι πολλοί, που τους έχουνε για φρόνιμους σε όλα, επειδή δεν κυνηγάνε ίσκιους, αλλά έχουνε μυαλό γερό, και επιτυχαίνουνε σε ότι καταπιαστούνε.

Όλοι οι άπιστοι λένε πως αν βλέπανε ένα θαύμα, θα πιστεύανε. Μα η πίστη δεν έρχεται με τη βία, αλλά με τη συγκατάθεση της ψυχής. Γι’ αυτό σε όσους ζητάνε θαύμα για να πιστέψουνε, δεν δίνεται, κατά τον λόγο που είπε ο Χριστός στους Φαρισαίους. « Γενεά πονηρά και μοιχαλίς σημείον επιζητεί και σημείον ου δοθήσεται αυτή». Αλλά και θαύμα να δει ένας άπιστος, η υπερηφάνεια δεν τον αφήνει να πιστέψει, για να μη φανεί ευκολόπιστος και καταφρονεθεί.

Ο μόνος από τους Μαθητές του Ιησού που δεν κατάφερε να τον δει μετά την Ανάστασή Του, ήταν ο Απόστολος Θωμάς.

Έτσι όταν ο Απόστολος Θωμάς βρέθηκε με τους υπόλοιπους και έμαθε το νέο πως ο Ιησούς δεν βρίσκεται πλέον στον τάφο, δεν έδειξε να ενθουσιάζεται ή μάλλον να πείθεται.

Η φράση του δε, έχει μείνει στην Ιστορία: «Αν δεν δω στα χέρια του τις τρύπες από τα καρφιά αν δεν βάλω τα δάχτυλα μου σε αυτές και το χέρι μου στο πλευρό του , δεν πρόκειται να πιστέψω» είχε πει.

Ο Θωμάς έμεινε με την αγωνία για οκτώ ημέρες, μέχρι την επόμενη εμφάνιση του Ιησού.

Όταν οι δυο τους συναντήθηκαν, ο ίδιος ο Χριστός τον κάλεσε να δει με τα μάτια του και να αγγίξει με τα χέρια του τις πληγές Του, για να βεβαιωθεί. Η αντίδραση του Αποστόλου ήταν αρκετά εντυπωσιακή. Τον αναγνώρισε και επιβεβαίωσε με τη φράση «Είσαι ο Κύριος και Θεός μου».

Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, ο Ιησούς είπε την επίσης ιστορική φράση «Μακάριοι όσοι πίστεψαν χωρίς να έχουν δει».

Από τότε έχει μείνει ο χαρακτηρισμός του «Άπιστου Θωμά» όχι γι αυτούς που δεν πιστεύουν, αλλά γι αυτούς που ζητούν αποδείξεις ώστε να πεισθούν.

Όταν δηλαδή λέμε σε κάποιον «Μην γίνεσαι άπιστος Θωμάς» ουσιαστικά του λέμε «Μη με αμφισβητείς ζητώντας αποδείξεις της αλήθειας των λεγομένων μου».

Οι (έξυπνοι άνθρωποι, οι άθεοι ) μιλούν εναντίον της ορθοδοξίας  και προσπαθούν να πείσουν την ανυπαρξία του Θεού και ότι δεν γίνονται θαύματα. Εδώ θέλω να κάνω το εξής ερώτημα. Πως είναι δυνατόν να μιλάς για κάτι που δεν πιστεύεις και να το πολεμάς?

Δηλαδή πολεμάς κάτι που δεν υπάρχει?

Καλέ μου φίλε και καλή μου φίλη θέτω ένα ερώτημα σε σένα που διαβάζεις αυτήν την στιγμή το συγκεκριμένο κείμενο.

Θεός υπάρχει ή δεν υπάρχει;

Ίσως πείς δεν ξέρω, δεν με ενδιαφέρει. Δεν μπορείς όμως να ξεφύγεις τόσο απλά.  Και μόνο που το σκέπτεσαι, έμπλεξες  Λοιπόν, βάλε στοίχημα ότι Θεός υπάρχει.

Αν δεν υπάρχει και χάσεις, τελικά δεν χάνεις τίποτε. Έτσι κι αλλιώς καμιά ογδονταριά χρόνια θα ζήσεις στον αγώνα για το ανέφικτο και θα πεθάνεις.

Αν όμως υπάρχει Θεός και κερδίσεις το στοίχημα, κερδίζεις τα πάντα. Πνευματική σχέση με το υπέρτατο ον, νόημα στη ζωή, αιώνια ζωή. Στοιχημάτισε λοιπόν ότι υπάρχει.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Εάν επιθυμείς μπορείς από κάτω μπορείς να γράψεις το δικό σου σχόλιο αλλά και ονόματα που θέλεις να διαβάζονται κατά την ώρα της προσκομιδής.

 

 

 

ΤΑ ΔΙΚΤΥΑ ΜΑΣ
ΕΑΝ ΤΟ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ