ΠΡΟΣΕΞΤΕ ΓΙΑΤΙ ΚΙ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΓΕΛΑ

Κάποιος κύριος πλησιάζει έναν νεαρό παραμονές Χριστουγέννων και του λέει.

– Θέλω νά σού κάνω ένα καλό δώρο γιά τά Χριστούγεννα. Τί δώρο θά ήθελες νά σού κάνω;

– Ο νεαρός απαντά. Για ποια Χριστούγεννα με ρωτάς; Για  τά Χριστούγεννα που μάς μένει τό πλαστικό χριστουγεννιάτικο δέντρο, τά πολύχρωμα φωτάκια, τό χριστουγεννιάτικο τραπέζι καί η προκλητική αφθονία του; Τι εννοείς Χριστούγεννα για να καταλάβω.

Μιλάς για τα Χριστούγεννα του χριστουγεννιάτικου δέντρου, τα πολύχρωμα λαμπάκια, την γαλόπουλα, την διασκέδαση, την ανταλλαγή δώρων; Γι αυτά τα Χριστούγεννα μιλάς;

Μά αυτά είναι τά Χριστούγεννα; Όποιος δηλαδή δέν έχει σπίτι του χριστουγεννιάτικο δένδρο μέ πολύχρωμα φωτάκια, όποιος δέν θά φάει γαλοπούλα, ή ασθενησει  καί πάει στό Νοσοκομείο, δέν θά κάνει Χριστούγεννα; Γι’ αυτά τά πράγματα, ο Χριστός έγινε άνθρωπος; Δέν μού αρέσουν τά Χριστούγεννα, γιατί τέτοια «Χριστούγεννα» τά έχω μπουχτίσει! Είναι ψεύτικα, κάλπικα τέτοια Χριστούγεννα,  γιατί Χριστούγεννα χωρίς Χριστό είναι κοροϊδία, είναι υποκρισία. Με τέτοια Χριστούγεννα γελά και ο διάβολος.

-Ο κύριος τον κοιτά χωρίς να μπορεί να ορθώσει λέξη.  Μετά από ένα λεπτό που έκανε για να συνέλκει ο κύριος λέει στον νεαρό.  Γιά νά είμαι ειλικρινείς, τό θρησκευτικό μέρος, τήν ενσάρκωση τού εν υψίστοις Θεού, τήν εισβολή του στήν Ιστορία,  αυτό τό μέρος της εορτής ποτέ δέν τό σκεφτόμαστε στά σοβαρά.

– Απαντά ο νεαρός.  Δεν σκαφτόμαστε και δεν παίρνουμε στα σοβαρά τον Ιησού Χριστό και θέλουμε να πάρει Αυτός εμάς στα σοβαρά; Με ρώτησες τι δώρο θέλω να μου πάρεις. Εγώ δεν γιορτάζω. Ο Ιησούς Χριστός γιορτάζει και Αυτόν να ρωτήσεις τι δώρο να Του πάρεις.

Σε αυτό το σημείο θα διηγηθώ μια ιστορία.

 

Εδώ και πολλά χρόνια ο κόσμος γιόρταζε τα Χριστούγεννα με περισσότερη κατάνυξη.

 

Σ’ ένα μακρινό χωριό, λοιπόν, ο παπάς έκανε κάθε χρόνο μια φάτνη στη μέση της εκκλησίας, την παραμονή των Χριστουγέννων.

 

Οι κάτοικοι πήγαιναν πρώτα πρώτα στην εκκλησία, για ν’ ακούσουν τη θεία λειτουργία, γονάτιζαν κι άναβαν το κεράκι τους μπροστά στη φάτνη. Κάθε κεράκι έπρεπε να σβήσει από μόνο του, λιώνοντας σιγά σιγά, γι’ αυτό γύρω από τη φάτνη ήταν αμέτρητα κεράκια, όσα και οι πιστοί, κι η εκκλησία λαμποκοπούσε κι έφεγγε σαν να ήταν ο ήλιος μέσα της. Όταν η λειτουργία τελείωνε, ο κόσμος πήγαινε στα γύρω κεντράκια, για να φάει και να πιει, να γλεντήσει τη χαρά του για τη γέννηση του Χριστού.

 

Οι χωριανοί άρχιζαν τις προετοιμασίες για τα Χριστούγεννα εβδομάδες πριν.

Οι νοικοκυρές έψηναν κουλούρια, πίτες και γλυκά κι οι άντρες έβαφαν την πλατεία του χωριού, την εκκλησία και τα σπίτια τους. Ο παπάς με τα παιδιά του σχολείου και τους δασκάλους σκάλιζε τα ζώα της φάτνης στο ξύλο, τους τρεις μάγους, τους βοσκούς, το αστέρι, την Παναγία και το Χριστό.

 

Το βράδυ της παραμονής όλα ήταν έτοιμα κι οι άνθρωποι ντυμένοι τα καλά τους πήγαιναν στην εκκλησιά κι άφηναν μπροστά στη φάτνη ένα δώρο για το Χριστό, ότι μπορούσε ο καθένας.

 

Η Μαρία, που ήταν έξι χρονών, πήγαινε κι αυτή κάθε χρόνο με τους γονείς της στην εκκλησία κρατώντας το καλαθάκι με τα κουλούρια που είχε φτιάξει για το νεογέννητο Χριστό. Εκείνο το χρόνο, όμως, η μητέρα της αρρώστησε, κι ο πατέρας της ταξίδεψε σε μια μεγάλη πόλη για να βρει δουλειά και να τα βγάλει πέρα με τα φάρμακα και τα άλλα έξοδα. Ούτε δραχμή δεν τους περίσσευε, για ν’ αγοράσουν δώρο στο Χριστό.

Πώς να πάει στην εκκλησία η Μαρία με άδεια χέρια;

 

Την ώρα που χτύπησαν οι καμπάνες, η Μαρία μπήκε δειλά δειλά στην εκκλησία και κρύφτηκε πίσω από μια κολόνα. Δεν ήθελε να τη δει κανείς με τα χέρια αδειανά.

Οι άλλοι προσκυνούσαν το Χριστό, άναβαν το κεράκι τους και

του πρόσφεραν το δώρο τους.

 

Εκείνη γονάτισε κοιτάζοντας τη φάτνη από μακριά και ψιθύρισε:

– Αχ, Παναγίτσα μου, φέτος δε θα έρθω στη λειτουργία. Δεν έχω να χαρίσω τίποτε στο παιδί σου που γεννήθηκε. Η μητέρα μου αρρώστησε. Δεν έχουμε καθόλου χρήματα. Θα το εξηγήσεις στο Χριστό γιατί δεν του έφερα δώρο;

 

Ο κόσμος είχε αρχίσει να ψάλλει μαζί με τον παπά το «Χριστός γεννάται σήμερον».

Δεν είχε κάνει ούτε τρία βήματα, όταν άκουσε πίσω της μια φωνή να τη ρωτάει:

– Γιατί κλαις, κοριτσάκι μου, μια τέτοια χαρούμενη μέρα;

Ήταν μια γριούλα με γλυκό πρόσωπο και μάτια γεμάτα καλοσύνη.

– Κλαίω, γιαγιάκα, γιατί δε μου περισσεύει ούτε μια δεκάρα,

για ν’ αγοράσω ένα δώρο στο Χριστό.

– Γι’ αυτό κλαις, Μαρία; Ο Χριστός ευχαριστιέται και μόνο που τον σκέφτεσαι.

Και μόνο που τον αγαπάς. Να, κοίταξε εκείνον το θάμνο με τα πράσινα φύλλα.

Γιατί δεν κόβεις ένα μπουκέτο να του το πας;

 

Το κορίτσι σταμάτησε τα κλάματα, έσκυψε, κι άρχισε να κόβει ένα μπουκέτο από κλαδιά. Έκοψε αρκετά, ώσπου η αγκαλιά της δε χωρούσε πια άλλα.

– Φτάνουν αυτά, γιαγιάκα; ρώτησε τη γριούλα κοιτάζοντας πίσω της,

αλλά εκείνη είχε εξαφανιστεί.

 

Η Μαρία με τα κλαδιά στην αγκαλιά της προχώρησε θαρρετά και μπήκε στην εκκλησία μ’ ένα χαμόγελο αγαλλίασης. Όλα έλαμπαν στο φως των κεριών. Ο κόσμος έψελνε με κατάνυξη. Περπάτησε πάνω στο κόκκινο χαλί που απλωνόταν μπροστά στη φάτνη κι απόθεσε το δώρο της.

 

– Κοιτάτε αυτό το κοριτσάκι, είπε χαμηλόφωνα μια γυναίκα.

Φέρνει κλαδιά από θάμνους στο Χριστό. Και μη χειρότερα.

 

Όταν τελείωσε το τροπάριο ακούστηκαν ψίθυροι στην εκκλησία.

– Κοιτάξτε, κοιτάξτε τα κλαδιά των θάμνων!

Η Μαρία ήταν ακόμα γονατιστή με σταυρωμένα τα χέρια της. Ακούγοντας τις φωνές, σήκωσε το κεφάλι της τρομοκρατημένη και είδε τα κλαδιά, τα δικά της κλαδιά, να έχουν ανθίσει και να έχουν βγάλει κάτι όμορφα κόκκινα λουλούδια που έμοιαζαν με αστέρια.

– Μα τι έγινε;

– Θαύμα!

– Ήτανε θάμνοι κι έβγαλαν λουλούδια!

Ο παπάς και το πλήθος γονάτισαν μπροστά στη φάτνη,

δοξολογώντας το Χριστό γι’ αυτό το ανεξήγητο φαινόμενο.

 

Η γριούλα – ποια να ‘ταν άραγε; – είχε δίκιο. Το δώρο που δίνεται από την καρδιά είναι το πιο αξιόλογο δώρο. Τα φτωχά κλαδάκια ήταν το πιο σημαντικό δώρο που είχε πάρει ο Χριστός εκείνη τη μέρα…

Από τότε, κάθε χρόνο, τις μέρες των Χριστουγέννων, αυτοί οι θάμνοι ανθίζουν με τα αμέτρητα κόκκινα αστράκια τους, κι ο κόσμος τα ονομάζει

«λουλούδια των Χριστουγέννων».

Από το μακρινό εκείνο χωριό έφτασαν και στην πατρίδα μας κι ο κόσμος τα ονόμασε «Άστρα του Χριστού».

 

Το λουλούδι λέγεται αλεξανδρινό.

Ανθίζει Δεκέμβριο με Ιανουάριο και η ανθοφορία του διαρκεί 6 – 8 εβδομάδες.

 

Αλήθεια, σέ μάς τούς χριστιανούς, γιά ποιό λόγο αρέσουν τά Χριστούγεννα; Μάς αρέσουν επειδή ο Θεός έγινε άνθρωπος γιά τή σωτηρία μας, ή επειδή θά αλλάξουμε παραστάσεις;

 

Επειδή θά γεμίσουν οι εκκλησιές καί θά δώσουν ένα άλλο χρώμα στήν ημέρα; Επειδή θά ακούσουμε τά ωραία χριστουγεννιάτικα τροπάρια; Επειδή θά ανταλάξουμε «ευχές», καί θά φάμε τά καλύτερα φαγητά; Καί πάλι: Γιά ποιό λόγο μάς αρέσουν τά Χριστούγεννα;

Ο άγγελος Κυρίου ανήμερα τής Γεννήσεως τού Ιησού ανήγγειλε στούς ταπεινούς ποιμένες (καί όχι στούς υπερήφανους φαρισαίους):

 

«Ἰδού γάρ εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαράν μεγάλην, ἥτις ἔστι παντί τῷ λαῷ, ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ, ὅς ἔστι Χριστός Κύριος» (Λκ. 2: 10-11).

 

Αυτός καί μόνο αυτός είναι ο λόγος πού θά πρέπει, σέ μάς τούς χριστιανούς, νά αρέσουν τά Χριστούγεννα: Ότι δηλαδή γεννήθηκε ο Σωτήρας μας.

 

Όμως, γιά νά γίνει αυτό, θά πρέπει νά ξέρουμε εμπειρικά, όχι διανοητικά,  τί σημαίνει σωτηρία, όπως καί ο ναυαγός, όντας στήν αγριεμένη θάλασσα, ξέρει εμπειρικά τί σημαίνει σωτηρία. Καί θά ξέρουμε εμπειρικά τί σημαίνει σωτηρία, όταν ασχολούμαστε μέ φόβο καί τρόμο γιά τή σωτηρία τής ψυχής μας.

 

Πώς είναι δυνατόν νά γιορτάσουμε τά Χριστούγεννα, μέ τό σκεπτικό πώς ο Θεός έγινε άνθρωπος γιά τή σωτηρία μας , όταν δέν κάνουμε πράξη τόν σκοπό γιά τόν οποίο ο Κύριος ήρθε στή γή;

 

Πώς είναι δυνατόν νά μάς αρέσουν τά Χριστούγεννα, επειδή ο Θεός έγινε άνθρωπος γιά τή σωτηρία μας, όταν καταφρονούμε τίς εντολές, πού οδηγούν στή σωτηρία;

 

Όταν όλη μας η καθημερινή αγωνία είναι πώς νά γεμίζουμε τίς τσέπες μας ευρώ, αδικώντας ακόμα καί τόν αδερφό μας;

Όταν μεταχειριζόμαστε κάθε τρόπο, γιά νά δοξασθούμε από τόν κόσμο αυτό, πού σημειωτέον τόν θεωρούμε διεφθαρμένο, αλλά επιζητούμε τούς επαίνους του;!

 

Όταν δηλαδή τό μόνο πού μάς νοιάζει είναι η δική μας δόξα καί όχι τού Σωτήρος Ιησού Χριστού;! Καλαβαίνουμε ποτέ Χριστούγεννα μέ αυτό τό φρόνημα;

Τό μόνο πού καταλαβαίνουμε είναι τή βρώση καί τή πόση.

Αλήθεια. Σέ μιά τέτοια περίπτωση, τί χριστουγεννιάτικο μήνυμα θά δώσουμε στόν απελπισμένο κόσμο; Η «γλώσσα τού σώματος» θά μάς καταγγέλει πώς λέμε ξένα πράγματα…!

Μακάρι νά συνειδητοποιήσουμε εν ταπεινώσει τήν πτωχεία μας αυτή, καί νά τήν εξαγορεύσουμε εν μετανοία ενώπιον τού Κυρίου. Καί αυτό θά είναι η αρχή γιά Χριστούγεννα μέ τόν Χριστό καί γιά τόν Χριστό.

ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ

ΤΑ ΔΙΚΤΥΑ ΜΑΣ
ΕΑΝ ΤΟ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ. ΑΥΤΟ ΘΑ ΒΟΗΘΗΣΕΙ