ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ  -ΡΟΥΘ- ΚΕΦ  1

αναρτήθηκε σε: ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ | 0

 

1 ΚΑΙ στις ημέρες κατά τις οποίες έκριναν οι κριτές, έγινε πείνα στη γη. Και ένας άνθρωπος από τη Βηθλεέμ-Ιούδα πήγε να παροικήσει στη γη τού Μωάβ, αυτός, η γυναίκα του, και οι δύο γιοι του.

2 Το δε όνομα του ανθρώπου ήταν Ελιμέλεχ, και το όνομα της γυναίκας του ήταν Ναομί, και το όνομα των δύο γιων του Μααλών και Χελαιών, Εφραθαίοι, από τη Βηθλεέμ-Ιούδα. Και ήρθαν στη γη τού Μωάβ, και ήσαν εκεί.

3 Και ο Ελιμέλεχ, ο άνδρας τής Ναομί, πέθανε· και απέμεινε αυτή και οι δύο γιοι της.

4 Και αυτοί πήραν για τον εαυτό τους γυναίκες Μωαβίτισσες· το όνομα της μιας ήταν Ορφά, και το όνομα της άλλης Ρουθ· και κατοίκησαν εκεί δέκα χρόνια.

5 Πέθαναν, όμως, και οι δύο, ο Μααλών και ο Χελαιών· και η γυναίκα στερήθηκε τους δύο γιους της, και τον άνδρα της.

6 Τότε, σηκώθηκε αυτή και οι νύφες της, και επέστρεψαν από τη γη τού Μωάβ· επειδή, άκουσε στη γη τού Μωάβ ότι, ο Κύριος επισκέφθηκε τον λαό του, δίνοντάς τους ψωμί.

7 Και βγήκε από τον τόπο όπου βρισκόταν, και οι δύο νύφες της μαζί της· και πορεύονταν τον δρόμο για να επιστρέψουν στη γη τού Ιούδα.

8 Και η Ναομί είπε στις δύο νύφες της: Πηγαίνετε, γυρίστε κάθε μία στο σπίτι τής μητέρας της. Ο Κύριος να κάνει έλεος σε σας, καθώς εσείς κάνατε έλεος στους αποθανόντες και σε μένα·

9 ο Κύριος να σας δώσει να βρείτε ανάπαυση, κάθε μία στο σπίτι τού άνδρα της. Και τις φίλησε· κι αυτές ύψωσαν τη φωνή τους, και έκλαψαν.

10 Και της είπαν: Όχι· αλλά μαζί σου θα επιστρέψουμε στον λαό σου.

11 Και η Ναομί είπε: Επιστρέψτε, θυγατέρες μου· γιατί νάρθετε μαζί μου; Μήπως έχω ακόμα γιους στην κοιλιά μου, για να γίνουν άνδρες σας;

12 Επιστρέψτε, θυγατέρες μου, πηγαίνετε· επειδή, εγώ γέρασα, και δεν είμαι πια για άνδρα· αν έλεγα: Έχω ελπίδα, αν μάλιστα παντρευόμουν αυτή τη νύχτα, και γεννούσα ακόμα γιους,

13 θα τους περιμένατε μέχρις ότου μεγαλώσουν; Θα αναβάλατε γι’ αυτούς το να παντρευτείτε; Μη, θυγατέρες μου· επειδή, πικράθηκα, πολύ περισσότερο παρ’ ό,τι εσείς, που το χέρι του Κυρίου βγήκε εναντίον μου.

14 Κι εκείνες ύψωσαν τη φωνή τους, και έκλαψαν ξανά· και η Ορφά καταφίλησε την πεθερά της· η Ρουθ, όμως, προσκολλήθηκε σ’ αυτή.

15 Και η Ναομί είπε: Δες, η συνυφάδα σου επέστρεψε στον λαό της, και στους θεούς της· επίστρεψε κι εσύ πίσω από τη συνυφάδα σου.

16 Αλλά, η Ρουθ είπε: Μη με αναγκάζεις να σε αφήσω, για να φύγω από πίσω σου· επειδή, όπου αν πας εσύ, θα πάω κι εγώ· και όπου θα παραμείνεις εσύ, θα παραμείνω κι εγώ· ο λαός σου, λαός μου, και ο Θεός σου, Θεός μου·

17 όπου κι αν πεθάνεις, θα πεθάνω κι εγώ, κι εκεί θα ταφώ· έτσι να κάνει σε μένα ο Κύριος, και έτσι να προσθέσει, αν κάτι άλλο εκτός από τον θάνατο με χωρίσει από σένα.

18 Και βλέποντας η Ναομί ότι αυτή επέμενε να πάει μαζί της, σταμάτησε να της μιλάει.

19 Και περπάτησαν και οι δυο τους, μέχρις ότου έφτασαν στη Βηθλεέμ. Και όταν έφτασαν στη Βηθλεέμ, ολόκληρη η πόλη συγκινήθηκε γι’ αυτές, και οι γυναίκες έλεγαν: Αυτή είναι η Ναομί;

20 Κι αυτή είπε σ’ αυτές: Μη με ονομάζετε Ναομί· ονομάζετέ με Μαρά· επειδή, ο Παντοδύναμος με πίκρανε υπερβολικά·

21 εγώ αναχώρησα γεμάτη, και ο Κύριος με επανέφερε αδειανή· γιατί με ονομάζετε Ναομί, αφού ο Κύριος έδωσε μαρτυρία εναντίον μου, και ο Παντοδύναμος με κατέθλιψε;

22 Η Ναομί, λοιπόν, επέστρεψε και μαζί της η Ρουθ η Μωαβίτισσα, η νύφη της, που ήρθε από τη γη τού Μωάβ· κι αυτές έφτασαν στη Βηθλεέμ στην αρχή τού θερισμού των κριθαριών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΑΦΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΑ 

1 · 2 · 3 · 4

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

ΓΕΝΕΣΗΕΞΟΔΟΣΛΕΥΙΤΙΚΟΑΡΙΘΜΟΙΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟ

ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗΚΡΙΤΕΣΡΟΥΘ(Α) ΣΑΜΟΥΗΛ(Β) ΣΑΜΟΥΗΛ

(Α) ΒΑΣΙΛΕΩΝ(Β) ΒΑΣΙΛΕΩΝ(Α) ΧΡΟΝΙΚΩΝ(Β) ΧΡΟΝΙΚΩΝ

ΕΣΔΡΑΣΝΕΕΜΙΑΣΕΣΘΗΡΙΩΒΨΑΛΜΟΙΠΑΡΟΙΜΙΕΣ

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝΗΣΑΪΑΣΙΕΡΕΜΙΑΣΘΡΗΝΟΙ

 ΙΕΖΕΚΙΗΛΔΑΝΙΗΛΩΣΗΕΙΩΗΛΑΜΩΣΑΒΔΙΟΥΙΩΝΑΣ

ΜΙΧΑΙΑΣΝΑΟΥΜΑΒΑΚΟΥΜΣΟΦΟΝΙΑΣ

 ΑΓΓΑΙΟΣΖΑΧΑΡΙΑΣΜΑΛΑΧΙΑΣ

ΤΑ ΔΙΚΤΥΑ ΜΑΣ
ΕΑΝ ΤΟ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ

Αν σας άρεσε το θέμα προωθήστε το στους φίλους σας για να τους ενημερώσετε