ΣΤΕΓΝΕΣ ΨΥΧΕΣ. ΣΗΜΕΡΙΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

 

Σύγχυση καί ταραχή καί χάος ανάμεσα στά έθνη! Ταραχή καί σάστισμα καί χάος καί στούς ανθρώπους, έναν έναν. Πού νά βρεθεί κανένας νά πορεύεται στή ζωή του μ έναν υψηλόν σκοπό, μέ σταθερότητα καί ελπίδα! Σπάνιο πράγμα.

Οι σημερινοί άνθρωποι έχουνε γίνει οι περισσότεροι κάποια πλάσματα άδεια από κάθε ζωντανή ιδέα, πού νά τούς κάνει νά αρμενίζουνε μέσα στό πέλαγος τής ζωής χαρούμενοι καί ζωηροί, σάν τό καράβι πού είναι φορτωμένο μέ καλό φορτίο, καί, γεμάτο ελπίδα καί λαχτάρα, τραβά κατά τό περιπόθητο λιμάνι, ανάμεσα σέ ξέρες κι άγρια βραχόνησα.

 

Σήμερα βρίσκει κανένας συχνά μπροστά του ανθρώπους πού είναι τόσο κούφιοι από κάθε τι, πού νά απορεί, γιατί δέν πίστευε νά υπάρχει στόν κόσμο τόση ανοησία, τόση στενομυαλιά, τόση στενοκάρδια καί μικρολογία.

Σ αυτές τίς στεγνές ψυχές δέν υπάρχει τίποτα πού νά σέ ζεστάνει, άς είναι καί τό παραμικρό. Δέν μιλώ γιά εξαιρετικά αισθήματα, γιά κάποια σπάνια ευαισθησία. Όχι! Μιλώ γιά τά συνηθισμένα αισθήματα, πού άλλη φορά βρισκόντανε σέ όλους τους ανθρώπους. Ναί, σήμερα δέν υπάρχουνε. Σχεδόν όλοι οι σημερινοί άνθρωποι περνάνε τή ζωή τους ξεπλυμένοι από κάθε ουσία, δίχως κανέναν αληθινόν σκοπό, δίχως αληθινή χαρά καί ευχαρίστηση, δίχως καμμιά πίστη, καί γιά τούτο, δίχως ελπίδα.

Οι άνθρωποι σήμερα, είναι ακράτητοι. Λαός και κλήρος, σαν αχαλίνωτα άλογα, τρέχουν στην αμαρτία. Δεν συλλογίζονται το Θεό, το θάνατο, την κρίση, την ανταπόδοση, τίποτα-τίποτα, μόνο για την ύλη ενδιαφέρονται, για το σώμα, για τις ηδονές, για τις τιμές. Πολύ λίγοι είναι εκείνοι που έχουν αληθινά ενδιαφέροντα και ίσως για χάρη αυτών των λίγων κρατάει ο Θεός τον κόσμο.

 

Εμείς οι σημερινοί άνθρωποι έχουμε τους ίδιους πολέμους, γιατί είναι ίδια τα δαιμόνια, δεν έχουν αλλάξει. Έρχονται, λοιπόν, και μας πολεμούν, όπως τους πατέρες τους παλαιούς. Μα εκείνοι ήταν λεβέντες, γιατί νικούσαν και γινόντουσαν μεγάλοι. Εμείς την πατάμε. Μας φέρνουν λογισμούς π.χ. εναντίον του αδελφού μας και δεν τους πολεμούμε καθόμαστε και τους δεχόμαστε. Γιατί μου είπε ένα λόγο, γιατί με στραβοκοίταξε, γιατί δεν με εξυπηρέτησε πλέκουμε και πλέκουμε λογισμούς και λογισμούς. Και μετά τι γίνεται; Πάμε από το κακό στο χειρότερο. Χάνουμε και τον καιρό μας κι ό διάβολος που είναι πάρα πολύ τεχνίτης, χαίρεται. Ό χρόνος περνάει και το κάθε τι άσχημο στεριώνει μέσα μας. Θα μεγαλώσει, θα μεγαλώσει και από μυρμηγκάκι θα γίνει λιονταράκι! Μετά θα γίνει λέοντας μεγάλος και όταν αντιληφθούμε, ότι πια μας έφερε βόλτα και μας έχει τυλίξει για τα καλά, θα σηκώσουμε το ανάστημα, δήθεν για να αντικρούσουμε, αλλά θα συναντήσουμε ισχύ λέοντος.

 

Σήμερα οι περισσότεροι άνθρωποι έχουνε γυρίσει πάλι στην κατάσταση που βρισκότανε η ανθρωπότητα σε κείνα τα φοβερά χρόνια που εξουσιάζανε την οικουμένη οι Ρωμαίοι.

Δηλαδή, σε πολλά ξαναπέσανε στο κτήνος κι ας μη το παραδέχονται.

Οι σημερινοί άνθρωποι ζούνε όπως ζούσανε και κείνοι, δίχως τα λεπτά αισθήματα που φανερώνουνε πως ο άνθρωπος είναι τιμημένος και σφραγισμένος με μια θεϊκή σφραγίδα.

Ο σημερινός άνθρωπος δεν πιστεύει σε τίποτα, ούτε καλά-καλά και σ’ αυτά που νοιώθει με τις αισθήσεις του.

Δεν αρνιέται μοναχά τον Θεό, αλλά τον εχθρεύεται κιόλας.

Ναι, εχθρεύεται εκείνον που δεν παραδέχεται πως υπάρχει.

Σε στιγμή που είναι αυτός πεθαμένος, φωνάζει με μια δαιμονική χαρά πως πέθανε ο Θεός!

Οι σημερινοί άνθρωποι παρουσιάζουν το ανήθικο ως ηθικό και την αμαρτία την βαφτίζουν ως αρετή.

Στην εποχή μας,  πήραμε στα χέρια μας όλη την ευθύνη και νομίσαμε ότι μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα της ζωής μας. Είτε αυτό το πρόβλημα είναι υλικό, είτε πνευματικό, με αποτέλεσμα να έχουμε αστοχήσει , αφού ακουμπήσαμε στις δικές μας δυνάμεις και όχι στο Χριστό.

Το καράβι της αμαρτίας που έχει καπετάνιο τον διάβολο βουλιάζει.

Ο κόσμος υποφέρει, χάνεται και δυστυχώς είναι αναγκασμένοι όλοι οι άνθρωποι να ζουν μέσα σ’ αυτήν την κόλαση του κόσμου. Νιώθουν οι περισσότεροι μια μεγάλη εγκατάλειψη, μια αδιαφορία, ιδίως τώρα, από παντού. Δεν έχουν από που να κρατηθούν. Είναι αυτό που λένε: “Ο πνιγμένος απ’ τα μαλλιά του πιάνεται”. Αυτό δείχνει ότι ο πνιγμένος ζητάει από κάπου να πιαστεί, να σωθεί. Βλέπεις, το καράβι βουλιάζει και ο άλλος πάει να πιαστεί από το κατάρτι. Μα, αφού το καράβι κινδυνεύει να βουλιάξει, δεν σκέφτεται ότι και το κατάρτι θα βουλιάξει. Πιάνεται από το κατάρτι και βουλιάζει πιο γρήγορα! Θέλω να πω ότι οι άνθρωποι ζητούν κάπου να ακουμπήσουν, από κάπου να πιαστούν. Και αν δεν έχουν πίστη να ακουμπήσουν σ’ αυτήν, αν δεν εμπιστευθούν στον Θεό, ώστε να εγκαταλείψουν τελείως τον εαυτό τους σ’ Αυτόν, θα βασανίζονται. Μεγάλη υπόθεση η εμπιστοσύνη στον Θεό!

 

Οι άνθρωποι σήμερα είναι  γαντζωμένοι απάνω σέ κάποια πράγματα, πού θέλουνε νά τά παραστήσουνε γιά σπουδαία, ενώ δέν είναι τίποτα. Κι οι χαρές τους κι οι ευτυχίες τους καί τά γλέντια τους, κι οι διασκεδάσεις τους, κι οι κουβέντες τους καί τά αστεία τους, είναι όλα άνοστα καί ψεύτικα. Γιατί λείπει τό αλάτι πού τά άρτυζε άλλη φορά.

Καί τό αλάτι είναι η πίστη πώς ο άνθρωπος δέν ήρθε στόν κόσμο κατά τύχη, αλλά πώς έχει νά κάνει, σ αυτόν τόν κόσμο, ένα έργο, μικρό ή μεγάλο, καί πώς δέν ξοφλά μέ τούτη τή ζωή, αλλά πώς υπάρχει κάποια μυστηριώδης τάξη κατά τήν οποία ανοίγει μία άλλη πόρτα, σάν κλείσει η πόρτα τούτης τής ζωής.

Τέτοια είναι η τρομερή δραστηριότητα τού καιρού μας, πού γεμίζει τόν κόσμο από βροντές κι αστραπές, ενώ, κατά βάθος, είναι ένας γκαζοτενεκές, πού τόν χτυπάνε εκείνοι πού λένε πώς ζούνε κι απολαβαίνουνε «τή μεγάλη ζωή», γιά νά διώξουνε τά μαύρα κοράκια τής απελπισίας, πού τριγυρίζουνε από πάνω τους. Τρομάζουνε ν απομείνουνε μοναχοί μέ τόν εαυτό τους, μήτε κάν λίγα λεπτά, γιατί αλλιώς θά νοιώθανε τήν αθλιότητά τους. Μά πώς όμως μπορεί νά ζήσει αληθινά ένας άνθρωπος πού φοβάται τόν εαυτό του, πού κρύβεται ολοένα από τόν εαυτό του;

 

Σήμερα βρισκόμαστε σέ ελεεινή κατάσταση, κι άς μή τό λέμε, ζητώντας παρηγοριά στή φασαρία μιάς ψεύτικης ζωής. Η απιστία είναι θρονιασμένη μέσα στήν καρδιά μας, καί γύρω της είναι τά παιδιά της, η απελπισία, η πνευματική νάρκη, η αναισθησία, ο φόβος, η αδιαφορία, η ψευτοπαρηγοριά, η μικρολογία, η καχυποψία, τό συμφέρον, τό μίσος, η ασπλαχνία.

Οι ψυχές τών νέων είναι ρημαγμένες από τά άγρια ένστικτα, πού τά ανεβάσανε στήν επιφάνεια από τά σκοτεινά τάρταρα τής ανθρώπινης φύσης, κάποιοι εχθροί τού ανθρώπου, κάποιοι πνευματικοί ανθρωποφάγοι. Όσοι τούς θαυμάζουνε όλους αυτούς, άς καμαρώσουνε σήμερα τά φαρμακερά μανιτάρια πού φυτρώσανε μέσα στίς καρδιές καί στίς ψυχές τής γαγγραινιασμένης ανθρωπότητας.

 

Τα χρόνια που περνούμε είναι πολύ δύσκολα και πολύ επικίνδυνα, αλλά τελικά θα νικήσει ο Χριστός. Θα δείτε πως θα εκτιμήσουν την Εκκλησία. Αρκεί εμείς να είμαστε σωστοί. Θα καταλάβουν ότι αλλιώς δεν γίνεται χωριό. Και οι πολιτικοί έχουν πλέον καταλάβει ότι, αν κάποιοι μπορούν να βοηθήσουν τώρα σ’ αυτό το τρελλοκομείο που έχει γίνει ο κόσμος, αυτοί είναι οι άνθρωποι της Εκκλησίας. Μη σας φαίνεται παράξενο! Οι πολιτικοί μας σήκωσαν τα χέρια. Δύσκολα χρόνια! Αν γνωρίζατε σε τι κατάσταση βρισκόμαστε και τι μας περιμένει!…

ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ; ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟShare on Facebook
Facebook
Share on Google+
Google+
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Pin on Pinterest
Pinterest

ΕΑΝ ΕΠΙΘΥΜΕΙΣ ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΟΥ ΣΧΟΛΙΟ

Σχόλια