ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ

αναρτήθηκε σε: ΨΥΧΩΦΕΛΗ ΚΕΙΜΕΝΑ | 0

Ό Θεός, πού είναι η αγιότητα καί η τελειότητα μαζί, για να μας κάνει όλους τους ανθρώπους ευτυχισμένους, έβαλε στη ζωή μας ορισμένους νόμους.

Έδωσε στην ψυχή μας ορισμένες ιδιότητες.

Ο πρώτος και σπουδαιότερος νόμος, που έβαλε, είναι ο εξής:

«Για  να πάρεις ευτυχία, πρέπει πρώτα να δώσεις ευτυχία με ανιδιοτέλεια στούς άλλους».

Έτσι, με αυτό το νόμο, μπορούμε να γίνουμε όλοι οι άνθρωποι ευτυχισμένοι.

Αν δεν υπήρχε ο βασικός αυτός νόμος, δεν θα ενδιαφερόταν ο ένας άνθρωπος για τον άλλον, δεν θα βοηθιόμασταν μεταξύ μας κι η ζωή μας δεν θα ήταν όμορφη, ευτυχισμένη και χαρούμενη.

Επίσης, με την έμφυτη ιδιότητα που έχει η ψυχή μας, δηλαδή με το να επιθυμούμε και να επιδιώκουμε το καλό των άλλων, συγγενεύουμε με το δημιουργό μας, το Θεό, που, κι αυτός, είναι μια απέραντη αγάπη για όλα τα πλάσματά Του.

ΕΝΑΣ ΘΕΪΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ

Σύμφωνα λοιπόν με τον πρώτο νόμο, που είμαστε πλασμένοι, για να πάρουμε ευτυχία, ένας μόνο τρόπος υπάρχει:

Νά προσφέρουμε εμείς πρώτοι ευτυχία με όποιο τρόπο μπορούμε.  Με σκέψεις, με λόγια, με έργα, χωρίς να περιμένουμε άμεση ή μελλοντική ανταμοιβή. Όταν κάνουμε το καλό με αυτές τις προϋποθέσεις πληρωνόμαστε αμέσως «τοίς μετρητοίς» από την ίδια μας την πράξη. Όταν περιμένουμε ανταμοιβή, παύει να έχει την άξια του καλού. Ξεφεύγουμε από τις θεϊκές προδιαγραφές μας και πέφτουμε στήν αγοραπωλησία, οπότε εκεί ισχύει τό «δίνω μόνο όταν κερδίζω».

Για να κάνουμε το καλό δε χρειάζονται χρήματα, ειδικά προσόντα, κοινωνικές θέσεις, κ.λ.π.

Μεγάλη καρδιά καί τόλμη χρειάζονται.

Μια ευγενική σκέψη, ένα χαμόγελο, ένας καλός λόγος, δεν στοιχίζουν τίποτε. Προσφέρουν τα πάντα.

Σήμερα, οι περισσότεροι άνθρωποι, κάνουμε το λάθος να κυνηγάμε την ευτυχία και τη χαρά στο «πάρε» κι όχι στο «δώσε».

‘Όλοι κοιτάζουμε τι θα πάρουμε από τον άλλο, τι θα κερδίσουμε κι όχι τι θα δώσουμε.

Μ’ αυτό τον τρόπο, όσο περισσότερο κυνηγάμε την ευτυχία, τόσο αυτή περισσότερο απομακρύνεται από κοντά μας. Γι’ αυτό υπάρχει σήμερα τόση δυστυχία μέσα μας και γύρω μας.

Ερχόμαστε κόντρα με τους νόμους, από τούς οποίους έχουμε δημιουργηθεί.

Ερχόμαστε στο σημείο  να κάνουμε, όσοι κάνουμε, προσευχή, και δεν γνωρίζουμε να κάνουμε προσευχή. Ζητάμε στη προσευχή  όσα δεν πρέπει να ζητάμε  και δεν ζητάμε ότι πρέπει να ζητάμε.

Με την ευκαιρία   αυτή είναι η σωστή προσευχή.

Κύριε, κάνε με όργανο της ειρήνης Σου για να φέρω, όπου υπάρχει μίσος, την αγάπη όπου προσβολή τη συγνώμη όπου απελπισία, την ελπίδα όπου λύπη, τη χαρά όπου αμφιβολία, την πίστη όπου σκοτάδι το φως.

Κύριε, κάνε με να βοηθήσω κι όχι να με βοηθήσουν, κάνε με να αγαπήσω κι όχι να με αγαπήσουν, κάνε με να κατανοήσω κι όχι να με κατανοήσουν.

Γιατί είναι, όταν δίνουμε  να παίρνουμε όταν συγχωρούμε, να συγχωρώμαστε κι όταν πεθαίνουμε, να ανασταινόμαστε σε Ζωή αιώνια.

Άν εμβαθύνουμε λίγο στο νόημα της προσευχής διαπιστώνουμε κι εδώ τη θαυματουργική δύναμη, που κλείνει μέσα της ή προσφορά.

Είναι επιτυχία να καταφέρει ο άνθρωπος να είναι ευτυχισμένος.

Η μεγαλύτερη επιτυχία είναι η ευτυχία. Η ευτυχία περνάει μέσα από την ευγνωμοσύνη. Η μεγαλύτερη ευτυχία είναι η αγάπη. Η προσφορά είναι ο πιο εύκολος τρόπος να προσφέρεις ευτυχία, άρα να πετύχεις, να δώσεις αγάπη, άρα να αγαπηθείς. Και η μεγαλύτερη αναγνώριση που μπορεί να λάβει στη ζωή του ένας άνθρωπος πηγάζει από όσα έχει προσφέρει στους άλλους. Γι’ αυτό δώσε περισσότερα από όσα λαμβάνεις και θα λάβεις περισσότερα από όσα έδωσες. Πιστεύω βαθιά ότι ήρθαμε σε αυτόν τον κόσμο για να εκπληρώσουμε τον σκοπό στη ζωή μας, να δώσουμε να πάρουμε αγάπη, να προοδεύουμε κάθε μέρα και να κάνουμε τον κόσμο ομορφότερο.

Θα κλείσω το κείμενο  με μια ιστορία χωρίς να γνωρίζω εάν είναι αληθινή η όχι, αλλά ίσως η ιστορία αυτή  γίνει η αφορμή να κατανοήσουμε τι σημαίνει προσφορά.

Δύο άνδρες, και οι δύο σοβαρά άρρωστοι, έμεναν στο ίδιο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Ο ένας άντρας από τους δυο ήταν συνεχώς καθηλωμένος στο κρεβάτι του. Στον άλλο άντρα οι γιατροί του επέτρεπαν να σηκώνεται από το κρεβάτι του για μια ώρα κάθε απόγευμα, να πηγαίνει στο μοναδικό παράθυρο του θαλάμου που βρίσκονταν δίπλα του και να χαζεύει για λίγο την ζωή έξω από το νοσοκομείο. Οι δυο άνδρες μιλούσαν για ώρες. Μιλούσαν για τις οικογένειες τους, για τα σπίτια τους, για τις δουλειές τους, για τη θητεία τους στο στρατό. Κάθε απόγευμα, όταν ο ένας άνδρας σηκώνονταν και πήγαινε στο παράθυρο, περνούσε την ώρα του περιγράφοντας στον συγκάτοικο του όλα όσα μπορούσε να δει έξω από το παράθυρο. Μέρα με τη μέρα ο καθηλωμένος άνδρας άρχισε να ζει περιμένοντας αυτές τις περιόδους της μίας ώρας όπου με την φαντασία του μπορούσε να δει για λίγο και αυτός έξω από τους τέσσερις άψυχους τοίχους του δωματίου του. Το παράθυρο έβλεπε σε ένα πάρκο με μια όμορφη λιμνούλα. Πάπιες και κύκνοι έπαιζαν στα νερά ενώ παιδιά αρμένιζαν τα καραβάκια τους. Ερωτευμένοι νέοι περπατούσαν χέρι-χέρι ανάμεσα σε κάθε χρώματος λουλούδια ενώ κάπου στο βάθος αχνοφαίνονταν τα πρώτα σπίτια της πόλης. Καθώς ο άνδρας στο παράθυρο περιέγραφε ότι έβλεπε με μεγάλη λεπτομέρεια, ο άνδρας στο άλλο μέρος του δωματίου έκλεινε τα μάτια του και σχημάτιζε τις εικόνες στο μυαλό του με την φαντασία του. Ένα ζεστό απόγευμα, ο άνδρας στο παράθυρο περιέγραφε μία παρέλαση που περνούσε. Αν και ο άλλος άνδρας δεν μπορούσε να ακούσει τη φιλαρμονική, μπορούσε να τη δει μέσα από τα μάτια του άλλου. Πέρασαν μέρες, εβδομάδες, μήνες ώσπου ένα πρωί, μια νοσοκόμα που ήρθε για να τους φέρει τα φάρμακα βρήκε νεκρό τον άνδρα που μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι του. Είχε πεθάνει ειρηνικά στον ύπνο του. Ξαφνιάστηκε και κάλεσε τους θεράποντες ιατρούς να πάρουν το νεκρό του σώμα. Μόλις ο άλλος άντρας θεώρησε ότι ήταν σωστό, ρώτησε τη νοσοκόμα αν θα μπορούσε να μεταφερθεί τώρα αυτός στο κρεβάτι δίπλα στο παράθυρο. Η νοσοκόμα ευχαρίστως έκανε την αλλαγή και αφού σιγουρεύτηκε ότι ήταν άνετα, τον άφησε μόνο του. Αυτός σιγά σιγά και επώδυνα, στήριξε το σώμα του στον ένα του αγκώνα και ανασήκωσε το πρόσωπο του για να δει για πρώτη φορά τον πραγματικό κόσμο εκεί έξω. Αυτό που αντίκρισε, δεν ήταν αυτό που περίμενε. Δεν είδε ούτε πάρκο, ούτε λιμνούλα αλλά ούτε και ζευγάρια να περπατούν χέρι χέρι. Αυτό που είδε ήταν μόνο ένας λευκός τοίχος. Ο άνδρας φώναξε τη νοσοκόμα και την ρώτησε πως ο πεθαμένος συγκάτοικος του μπορούσε και του περιέγραφε τόσο όμορφες εικόνες, ενώ το παράθυρο έβλεπε σε τοίχο. Η νοσοκόμα του απάντησε ότι ο άνδρας που πέθανε ήταν τυφλός και δεν μπορούσε να δει ούτε καν αυτόν τον τοίχο. Του είπε: «Ίσως ήθελε απλά να σου δώσει δύναμη. Ίσως ήθελε να σε κάνει να νιώσεις λίγο καλύτερα». Είναι πολύ όμορφο να κάνεις τους άλλους ευτυχισμένους, παρά τη δική σου άσχημη κατάσταση. Η μοιρασμένη λύπη είναι μισή λύπη, αλλά η ευτυχία όταν μοιράζεται, διπλασιάζεται. Αν θέλετε να νιώσετε πλούσιος, καθίστε και μετρήσετε όλα τα πράγματα που μπορείτε να αγοράσετε με τα χρήματα που έχετε στη κατοχή σας. Θα εκπλαγείτε με το πόσα μπορεί να είναι. Έστω και μικρά, έστω και ασήμαντα. Η κάθε μέρα που ζούμε είναι ένα δώρο. Για αυτό ας την αντιμετωπίζουμε με αισιοδοξία.

ΤΑ ΔΙΚΤΥΑ ΜΑΣ
ΕΑΝ ΤΟ ΒΡΗΚΕΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΤΟ